Βιβλίο:«Ο λόφος με το συντριβάνι» του Άρη Αλεξάνδρου

Ημερομηνία:

Διαφήμιση

 Ο λόφοςς με το σιντριβάνι είναι ένα σενάριο που έγραψε ο Αρης Αλεξάνδρου βασισμένο πάνω στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Γιάννη Ρίτσου. Διαβάζοντας το εκδοτικό σημείωμα που έγραψε στο τέλος του μικρού αυτού βιβλίου η Ελένη Κεχαγιόγλου, μαθαίνουμε ότι ΄΄λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Αρη Αλεξάνδρου, σε επιστολή του πρός την Καίτη Δρόσου-σύντροφο του Αρη Αλεξανδρου-, ο Ρίτσος σημειώνει: ΄΄Δεν έχω καμμιά απολύτως αντίρρηση να γυριστεί σε φιλμ το σενάριο του Αρη μας΄΄, απαντώντας μάλλον ως προς το θέμα στη Δρόσου που σε επιστολή της του ανέφερε πρόταση της Ελενας Ναθαναήλ να γυριστεί σε ταινία το σενάριο, με την ίδια στον ρόλο της κεντρικής ηρωίδας, της Μάρθας.

Τελικά, το σενάριο του Αλεξάνδρου δεν έγινε ποτέ ταινία, ενώ το θεατρικό του Ρίτσου πρωτοπαρουσιάστηκε στην Ελλάδα δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του δημιουργού του από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το 1988. Το θεατρικό έργο του Ρίτσου διασκευάζεται πράγματι ελεύθερα από τον Αλεξάνδρου, ο οποίος αφαιρεί τρία πρόσωπα του θεατρικού και προσθέτει τον Πάρη, τον νεαρό αντάρτη και νεανικό έρωτα της Μάρθας. Σε 130 πλάνα, ο Αλεξάνδρου, κατακερματίζοντας τον χρόνο, με φλας μπακ, επαναλήψεις εικόνων και φωνές off, αναδημιουργεί το θεατρικό έργο, βάζοντας τη σφραγίδα του δικού του βλέμματος, παρότι, όπως σημειώνει, ΄΄οι διάλογοι, εκτός από ελάχιστες αλλαγές ή προσθήκες και πολλές συντμήσεις , είναι του Γιάννη Ρίτσου΄΄.

Εχουμε, λοιπόν, το θεατρικό έργο του Γιάννη Ρίτσου, διασκευασμένο σε σενάριο από τον Αρη Αλεξάνδρου. Το πρώτο που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι ο Αλεξάνδρου βασίζεται σε μια πολύ γερή πρώτη ύλη, αυτή του θεατρικού του Γιάννη Ρίτσου. Παρ’ όλο που όλοι γνωρίζουμε τον παγκόσμιο ποιητή Γιάννη Ρίτσο, πολύ πιο λίγοι γνωρίζουμε τον θεατρικό συγγραφέα. Και, με αφορμή αυτό το θεατρικό έργο, διαπιστώνουμε πως και ο θεατρικός Γιάννης Ρίτσος είναι το ίδιο σημαντικός.

Για να μπούμε στο θέμα του έργου αντιγράφω από το οπισθόφυλλο:

Μια γυναίκα 34 χρονών κυκλοφορεί στην επαρχιακή της πόλη με το ροζ φουστάνι της, το ροζ καπελο και τη μαύρη ομπρέλα της, αν και δε βρέχει. Είναι η Μάρθα, η ΄΄αλαφροίσκιωτη΄΄, η ΄΄λωλή΄΄, που βρίσκεται αντιμέτωπη με την κακογλωσσιά του κόσμου. Κόρη δασκάλου, στα 17 της χρόνια, το 1943, ζούσε με ενθουσιασμό την απελευθέρωση, έγραφε στους τοίχους συνθήματα, μοιραζόταν τα όνειρα, την αγωνία και τον φόβο της γενιάς της, και μιλούσε ΄΄σάμπως μιλώντας να ανακάλυπτε τον κόσμο΄΄. Τώρα, μόνη, ζώντας με την ηλικιωμένη παραμάνα της, κάθεται σιωπηλή στο παγκάκι της και νιώθει τουρίστρια: ΄΄Κάθε απόγευμα κάνω τον γύρο της πόλεως και βλέπω όλα τα αξιοθέατα.΄΄. Θαυμάζει όμως τους ταξιδιώτες, γιατί ΄΄οι ταξιδιώτες έχουν πάντα το θάρρος του άγνωστου. Περνούν. Δε μένουν. Δεν κρίνουν, ούτε θα κριθούν στο πέρασμά τους΄΄. Με έναν τέτοιο ταξιδιώτη, τον Βλάση, θα συναντηθεί η Μάρθα και, με αυτόν τον ΄΄έρωτα της στιγμής΄΄, θα θελήσει να ζήσει ό,τι έχει στερηθεί επί χρόνια. Εν τέλει όμως, δεν θα επιβεβαιωθεί η πεποίθησή της πως ΄΄είμαστε όλοι ταξιδιώτες΄΄.

Ο Αρης Αλεξάνδρου, σαν έμπειρος ζωγράφος, στη διασκευή αυτή τονίζει τα κρυμμένα χρώματα του θεατρικού του Γιάννη Ρίτσου. Τονίζει έναν άγριο αισθησιασμό, που σπάνια έχουμε δεί σε ελληνικό θεατρικό έργο. Ο εμφύλιος πόλεμος επανέρχεται μέσα από τις μνήμες της κεντρικής ηρωίδας, υπάρχει το παρελθόν που έχει καθορίσει τη ζωή της αλλά υπάρχει και το παρόν, με τη μορφή του Βλάση, του νεαρού περαστικού ΄΄ταξιδιώτη΄΄. Ο Βλάσης είναι ο ΄΄ασυμβίβαστος΄΄. Δε μένει πουθενά. Η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι. Και αυτό γοητεύει την κεντρική ηρωίδα.

΄΄-ΒΛΑΣΗΣ: Όταν με περιμένουν, είναι σα να μου βάζουν χαλκά στο λαιμό. Όταν με περιμένουν, ποτέ δε γυρίζω.

-ΜΑΡΘΑ: Εγώ θα σε περιμένω πάντα, γι’ αυτό το ξέρω πως ποτέ δε θα γυρίσεις.

-ΒΛΑΣΗΣ: Σε σένα μπορεί να γυρίσω.

-ΜΑΡΘΑ: Όχι, δε θάθελα να γυρίσεις. Κι ούτε θα σε περιμένω. Ξέρω, η μεγάλη αγάπη είναι φόρτωμα. Κανείς δεν την αντέχει. Και συ θα φύγεις, να, σε λίγο. Και θέλω να φύγεις. Δεν έχω να σου πάρω τίποτ’ άλλο. Σ’ έχω. Σε πήρα. Εγώ σε πήρα, όχι εσύ.

-ΒΛΑΣΗΣ:Παράξενη γυναίκα. Να δείς το λοιπόν, που μια μέρα θα γυρίσω.΄΄

Το κεντρικό πρόσωπο, λοιπόν, είναι η Μάρθα, μια μοναχική γυναίκα, πρώην αγωνίστρια, που περνά πλέον τη ζωή της στη μικρή επαρχιακή πόλη, ζώντας σε ένα αδιέξοδο, καθώς δεν έχει κατορθώσει να βρει την χρυσή τομή ανάμεσα στη ζωή και στο δόσιμο σε ένα ιδανικό. Ρουτίνα, πλήξη, επαρχιακή ζωή, ανεκπλήρωτοι πόθοι. Ένα τρένο που διασχίζει την πόλη της δίνει μια ελπίδα για κάτι απρόοπτο που θα μπορούσε να ταράξει τη ζωή της. Το απρόοπτο έρχεται με τη μορφή ενός εφήμερου έρωτα. Δίνεται σε αυτόν και ας γνωρίζει τις συνέπειες. Δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει.

Διαβάζοντας το σενάριο του Αρη Αλεξάνδρου, σκέφτεσαι τι κρίμα που δεν γυρίστηκε ποτέ ταινία. Και παράλληλα, σκέφτεσαι τι κρίμα που το θεατρικό του Γιάννη Ρίτσου δεν έγινε ευρύτερα γνωστό. Σπάει πολλά θέματα-ταμπού για την αριστερά γραμμένα από ένα ποιητή στρατευμένο στην αριστερά. Πού, όμως,σπάζοντας τα στεγανά, έγραψε ένα θεατρικό έργο που μπορεί να σταθεί δίπλα στα πιο σημαντικά έργα της ευρωπαικής πρωτοπορείας. Αν το είχε γυρίσει σε ταινία ένας διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης του νεορεαλισμού, σήμερα θα μιλούσαμε για μια κλασική ταινία.

Για τον Αρη Αλεξάνδρου και το μυθιστορημά του ΄΄Το κιβώτιο΄΄ έχουν γραφεί πολλά. Από πολλούς θεωρείται το κορυφαίο μυθιστόρηα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα.

Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυία που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ’ εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός “οργανωμένου”, σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ’45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβώτιου.

Πηγή: ogdoo.gr (ρεπορτάζ του Άγγελου Κουτσούκη)

Διαφήμιση

Κοινοποιήστε:

Διαφήμιση

Δημοφιλή

Διαφήμιση

Περισσότερα Νέα

Πηγαίνουν προς εκλογές έχοντας νομιμοποιήσει το σκάνδαλο των υποκλοπών

Η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας νομιμοποίησε σήμερα το...

Στην επιτροπή LIBE η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου

Το χθεσινό χειροκρότημα που έκλεισε τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό...

Πρόταση δυσπιστίας: Η Δημοκρατία στο απόσπασμα με… επιστολική ψήφο

Ενώ είχαν προβεί σε ξεκάθαρες δηλώσεις για το ενδεχόμενο...
Διαφήμιση