*Του Κώστα Παπαντωνίου –
Η έλευση του gentrification εντοπίζεται με μια πρώτη ματιά στη «ζωή» που αποκτά ξαφνικά μια περιοχή όταν γεμίζουν τα πεζοδρόμιά της με τραπεζοκαθίσματα από καινούργια μαγαζιά. Και γίνεται ακόμη πιο αντιληπτή στις ασυνήθιστα υψηλές τιμές τους. Άμα κοιτάξεις ψηλότερα, στις ανακαινισμένες και ομοιόμορφες πια βεράντες, καταλαβαίνεις ότι η αλλαγή αυτή συνοδεύεται επίσης από τον πολλαπλασιασμό των Airbnb, την αγορά ολόκληρων πολυκατοικιών από επενδυτές για να γίνουν ξενοδοχεία. Κι όπως θα έχει πια σίγουρα ακούσει κάποιος, από την εκτόξευση των ενοικίων σε ποσά που ισοφαρίζουν έναν μισθό και υποχρεώνουν τον άνθρωπο που έμενε εκεί για καιρό να φύγει.
Υπάρχει, όμως, και μια λιγότερο προφανής πλευρά στις ενέργειες που γίνονται για να αλλάξει ταυτότητα μια γειτονιά. Υπηρεσίες και υποδομές που εξυπηρετούν καθημερινές ανάγκες σταδιακά υποβαθμίζονται μέχρι που κλείνουν. Τη θέση τους παίρνουν δραστηριότητες που απευθύνονται μόνο σε επισκέπτες ή ιδιωτικές δομές που επίσης απευθύνονται σε άλλα κοινωνικά στρώματα.
Από τις 125 θέσεις του 2017 στις 15 του 2026
Παρεμβάσεις αυτού του χαρακτήρα, οι οποίες επιχειρούν να επιστεγάσουν μια σαρωτική μεταβολή σε σχέση με αυτό που υπήρχε, βιώνουν τα Εξάρχεια. Το τέλος της σχολικής περιόδου βρίσκει δεκάδες οικογένειες αντιμέτωπες με το ζήτημα της ραγδαίας μείωσης των θέσεων στους βρεφονηπιακούς σταθμούς. Συγκεκριμένα, 12 από τα 44 νήπια που φιλοξενούνται στους τρεις παιδικούς σταθμούς των Εξαρχείων (Θεμιστοκλέους, Νοταρά και Μαυρομιχάλη) του χρόνου θα βρεθούν στο κενό, καθώς αποφασίστηκε να μειωθεί ο αριθμός των θέσεων σε 32. Το πρόβλημα, όμως, δεν αφορά μόνο τα 12 παιδιά. Αφορά και αυτά για τα οποία θα γίνει πρώτη φορά αίτηση εγγραφής στους παιδικούς σταθμούς, ενώ πρόκειται για ένα ζήτημα που συνολικά απασχολεί τις οικογένειες που ζουν εντός του Δήμου Αθηναίων.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη οι γονείς δεν έμειναν άπραγοι. Συγκρότησαν τη Συνέλευση Γονέων Παιδικών Σταθμών Εξαρχείων, η οποία έχει εξελιχθεί σε ένα πολύ δραστήριο σύνολο με παρεμβάσεις σε όλα τα πεδία. «Από την εμπειρία που έχω πρόκειται για μία συνέλευση που “πετάει”» λέει μέλος της στην ΑΥΓΗ της Κυριακής. Όπως εξηγεί, καταφέρνουν να μαζεύονται ακόμη και τρεις φορές μέσα στην εβδομάδα 20 με 25 άτομα. Ένα δείγμα της προθυμίας που εκδηλώνεται είναι η εξοικείωση που έχουν αποκτήσει όσοι συμμετέχουν με τη Διαύγεια. Εκεί κατάφεραν να εντοπίσουν στοιχεία που τους επέτρεψαν να σχηματίσουν άποψη για την πλήρη διάσταση του προβλήματος, καθώς διαπίστωσαν ότι οι θέσεις φιλοξενίας των νηπίων στα Εξάρχεια έχουν μειωθεί σε σχέση με το 2017 από 125 που ήταν αρχικά σε 44 σήμερα και από του χρόνου σε 32. «Και σαν να μην φτάνει αυτό, μαθαίνουμε ότι το 2026 σχεδιάζουν να κλείσουν και τον παιδικό σταθμό της Θεμιστοκλέους, μειώνοντας τις θέσεις από 32 σε 15!» Για να το δούμε αυτό σε πλήρη κλίμακα, σημαίνει ότι θα διατηρηθούν ενεργές μόλις 15 θέσεις νηπίων σε μία περιοχή που εκτείνεται από το Αρχαιολογικό Μουσείο μέχρι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και από τον Λυκαβηττό μέχρι την Ακαδημίας!
Αντί να βελτιώσουν τις υποδομές, τις κλείνουν
Το 2017 επισημαίνεται ως σημείο αναφοράς, καθώς τότε εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα (Π.Δ. 99), σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να εναρμονιστούν οι παιδικοί σταθμοί με τις ευρωπαϊκές προβλέψεις και προδιαγραφές. Για παράδειγμα, να αντιστοιχούν 3,5 τ.μ. αυλής σε κάθε νήπιο και 3 τ.μ. αυλής σε κάθε βρέφος. Παρότι πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρξε καμία ενέργεια στους παιδικούς σταθμούς των Εξαρχείων προκειμένου να προσαρμοστούν τα υπάρχοντα κτήρια στα νέα δεδομένα ούτε προκύπτει πως έχουν καταβληθεί προσπάθειες από τον δήμο για αξιοποίηση άλλων κτηρίων που διαθέτει. Απόρροια αυτή της τακτικής είναι οι θέσεις σε όλο το κέντρο να έχουν μειωθεί από 5.500 σε 3.200. «Κι ενώ έχουμε ήδη μια τεράστια μείωση που φτάνει στο 45% των θέσεων για βρέφη και νήπια, στα Εξάρχεια αυτός ο ρυθμός είναι διπλάσιος, γεγονός που δείχνει μία στόχευση». Ως αρμόδιος φορέας, το Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών (ΔΒΑ) προκρίνει τη λύση να μεταφερθούν τα παιδιά σε παιδικούς σταθμούς οι οποίοι βρίσκονται στην Πειραιώς, στην πλατεία Βάθη ή στου Γκύζη. «Παιδικός σταθμός εκτός της γειτονιάς μπορεί να σημαίνει έως και 40 λεπτά με τα πόδια από τα σπίτια μας και όσοι γνωρίζουν από παιδιά ξέρουν ότι αυτή η απόσταση με ένα παιδί μπορεί ακόμη και να διπλασιαστεί» λέει ένα μέλος της συνέλευσης.
Οι γονείς βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ασφυκτικό δίλημμα, αν θέλουν να παραμείνουν στη γειτονιά τους: είτε να περνάνε κάθε μέρα τα παιδιά τους από λεωφόρους και να περπατάνε στην κακοκαιρία μισή ώρα μέσα στη βροχή είτε να πληρώσουν για θέση σε ιδιωτικό παιδικό σταθμό. «Σε αυτή την περίπτωση το μηνιαίο κόστος είναι 450 ευρώ το λιγότερο». Οικογένειες που βρίσκονται στο ενοίκιο, όπου για σπίτια με δύο υπνοδωμάτια το ποσοστό διαθεσιμότητας για λιγότερα από 600 ευρώ στην περιοχή του κέντρου δεν ξεπερνά το 6% (στοιχεία από το Πανελλαδικό Δίκτυο E-Real Estates), αναγκάζονται να σκεφτούν τη μετακόμιση. «Τα αμάξια που βλέπω στον δρόμο το πρωί όταν περνάμε με το καρότσι είναι τεράστια. Έχει αλλάξει η σύσταση του κόσμου. Απέναντι από το σπίτι μας πωλούνται διαμερίσματα με τιμές Κολωνακίου. Αυτή είναι μία κοινωνική εμπειρία που έχουμε εμείς άμεσα από τη γειτονιά».
Η απόφαση να μειωθούν οι θέσεις έγινε γνωστή στους γονείς τελευταία στιγμή, πριν ξεκινήσουν οι αιτήσεις για τη νέα χρονιά, και σε διαφορετικό χρόνο σε κάθε οικογένεια. «Το ότι σε ενημερώνουν για κάτι το οποίο είναι γνωστό ήδη από τον Σεπτέμβριο δείχνει τη μεθόδευση». Το ΔΒΑ επικαλείται ζητήματα ασφαλείας λόγω της παλαιότητας των κτηρίων. «Το δίλημμα ακατάλληλος σταθμός ή κανένας σταθμός είναι απαράδεκτο» τονίζουν οι γονείς και υπενθυμίζουν ότι το ΔΒΑ στην περίπτωση της Θεμιστοκλέους «δεν έκανε τίποτα για την παράνομη περίφραξη της πλατείας Εξαρχείων λόγω του εργοταξίου του μετρό και πρότεινε την (απίθανη) λύση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης να σκαρφαλώσουν παιδαγωγοί και βρέφη στον λόφο του Στρέφη».
Ακόμη μια εύκολη λεία για τον ιδιωτικό τομέα
Την ίδια στιγμή προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι οι ιδιωτικοί σταθμοί που ανοίγουν βρίσκουν πιο εύκολα τη δική τους στέγη. Το γεγονός επίσης ότι στους δημόσιους σταθμούς κλείνουν μόνο τα τμήματα των νηπίων και αφήνονται αυτά των βρεφών (όπως σε Νοταρά και Μαυρομιχάλη) ευνοεί την ιδιωτική πρωτοβουλία με έναν αρκετά γνώριμο τρόπο. «Τα βρεφάκια δεν κινούνται, θέλουν παραπάνω φροντίδα. Θέλουν ας πούμε αλλαγή πάνας, άρα πρέπει να είσαι εκεί κι άρα θες και παραπάνω προσωπικό. Τα νηπιάκια, που είναι κανονικά παιδάκια πλέον, μπορείς πολύ πιο εύκολα να τα απασχολήσεις με λιγότερο προσωπικό. Αν δεις την αναλογία βρεφών-νηπίων, υπάρχει τρομερή αναντιστοιχία. Τα βρεφάκια είναι πολύ παραπάνω, ενώ στην πραγματικότητα κι αυτά σε έναν χρόνο θα γίνουν νήπια. Αναλαμβάνοντας τα νήπια, στην πραγματικότητα ο ιδιωτικός τομέας έρχεται να πάρει ένα κομμάτι της εύκολης λείας».
Οι γονείς ζητούν τα παιδιά που ήδη φοιτούν στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς να συνεχίσουν να φοιτούν εκεί, χωρίς να αναγκαστούν να απομακρυνθούν από το οικείο περιβάλλον τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συναισθηματική και ψυχολογική τους σταθερότητα. Διεκδικούν όχι μόνο να μην κλείσει κανένας σταθμός εάν δεν αντικατασταθεί, αλλά να δημιουργηθεί και τέταρτος προκειμένου να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες της κοινότητας. Όπως τονίζουν, «η παροχή βρεφονηπιακής φροντίδας πρέπει να είναι δεδομένη και όχι πολυτέλεια για λίγους».
ΠΗΓΗ: avgi.gr
