Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: «Σήμερα δεν επιτρέπεται η σάτιρα στην χώρα που τη γέννησε»

Ημερομηνία:

Διαφήμιση

Ο εξαιρετικός σκηνοθέτης, που παρά τη μακρά πορεία του στο θέατρο αυτό το καλοκαίρι σκηνοθετεί για πρώτη φορά επιθεώρηση με τίτλο «Εγώ θα σας τα πω», μας τα είπε όλα.

*Συνέντευξη στην Νόρα Ράλλη

Τον προσέγγισαν ο συνθέτης Θέμης Καραμουρατίδης και οι κειμενογράφοι Γεράσιμος Ευαγγελάτος και Δημήτρης Χαλιώτης. Του πρότειναν κάτι με το οποίο σκηνοθετικά δεν είχε καταπιαστεί ποτέ ξανά στο παρελθόν: να ανεβάσει επιθεώρηση. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος δέχτηκε και μάλιστα με χαρά. Με χαρά αλλά και με συνείδηση πως πρόκειται για ένα δύσκολο είδος, απολύτως παρεξηγημένο στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, στο οποίο καλείται να βάλει τη σκηνοθετική του υπογραφή, με βάση τις γνώσεις και την αισθητική του.

Ο άνθρωπος που έφτιαξε σχεδόν με τα χέρια του το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το οποίο έχει «επεκταθεί» σε σκηνές και βγάζει όχι μόνο καλές παραστάσεις αλλά και νέους ηθοποιούς που κάνουν αμέσως μετά μεγάλη καριέρα (από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη έως τον Δημήτρη Καπουράνη), που ήταν από τους πλέον δίκαιους και επιτυχημένους καλλιτεχνικούς διευθυντές του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, που ανεβάζει άπαιχτα έργα στην Ελλάδα και γίνονται επιτυχία (όπως το «Μια άλλη Θήβα» τα τελευταία χρόνια), τώρα αναμετράται με την κωμωδία ως πολιτική σάτιρα, καυστικό σχόλιο, έναν πολυμελή θίασο με ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής, αλλά και με κάτι ακόμη: την ιστορία της ίδιας της επιθεώρησης ως θεατρικού είδους που ξεκίνησε από αυτήν εδώ τη χώρα. «Εγώ θα σας τα πω» είναι ο τίτλος της παράστασης, και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος πράγματι τα είπε όλα.

● Το Θέατρο του Νέου Κόσμου και η δική σας πορεία δεν έχουν ταυτιστεί με αυτό το λαϊκό είδος της επιθεώρησης. Οπότε, τι σας έκανε να πάτε προς τα εκεί;

Η πρόταση των παιδιών με βρήκε απολύτως σύμφωνο, όχι μόνο γιατί είναι και οι τρεις τους τόσο ταλαντούχοι, αλλά για δύο ακόμα λόγους: Καταρχάς, μ’ αρέσει πάρα πολύ η κωμωδία και έχω ανεβάσει αρκετές κωμωδίες, από Αριστοφάνη μέχρι σύγχρονα έργα. Κατά δεύτερον, σε πιο προσωπικό επίπεδο είναι πως εγώ έβλεπα επιθεώρηση από το Δημοτικό.

Ο πατέρας μου ήταν εμποροράφτης και είχε μαγαζί δίπλα από το ιστορικό Ακροπόλ, το κατεξοχήν θέατρο επιθεώρησης τη δεκαετία του ’60 προς ’70. Από πολύ μικρός έβλεπα τις φωτογραφίες των ηθοποιών και γύρω στα δέκα μου πήρα το λεωφορείο μόνος μου και πήγα επίσης μόνος μου. Επειδή ήμουν μικρό παιδάκι, με συμπαθούσαν οι εργαζόμενοι και με άφηναν να μπω δωρεάν. Στην τελευταία σειρά βέβαια, ώστε αν με αναζητούσε ο πατέρας μου να με έβρισκε εύκολα. Ετσι ήμουνα στην τελευταία σειρά, αν ανησυχήσει για κάτι να περάσει πρώτα από το Ακροπόλ. Και έτσι είδα πάρα πολλές, πάρα πολλές επιθεωρήσεις. Και τότε έπαιζαν σπουδαίοι ηθοποιοί σε αυτές – όχι μόνο κωμικοί, αλλά και οι λεγόμενοι του «σοβαρού θεάτρου». Επρεπε να είσαι πραγματικά καλός ηθοποιός για να μπορέσεις να κερδίσεις τον κόσμο, το ενδιαφέρον και το γέλιο του τότε.

● Βέβαια, αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και δεν ανεβαίνουν και εύκολα επιθεωρήσεις από καλούς θιάσους πλέον.

Η επιθεώρηση είναι κατεξοχήν ελληνικό είδος, με ρίζες στον αγαπημένο Αριστοφάνη. Είχε βέβαια επιρροές από Παρίσι και Λονδίνο και από το μουσικό θέατρο, αλλά στην Ελλάδα πήρε έναν χαρακτήρα καθαρά πολιτικό από την αρχή, από τις αρχές του 20ού αιώνα. Από την αρχή της εμπεριείχε την πολιτική και κοινωνική σάτιρα. Σατίριζε τους πάντες, από σημαντικά ονόματα της κάθε εποχής έως κυβερνώντες. «Χτυπάγανε» μεγάλα ονόματα. Μάλιστα, τη δεκαετία του ’90, αν δεν σατίριζαν κάποιον πολιτικό, έπαιρνε τηλέφωνο και το ζητούσε από μόνος του, γιατί ήταν γι’ αυτόν ένα «παράσημο». Σήμαινε πως ήταν κάποιος σημαντικός για να ασχοληθεί μαζί του η επιθεώρηση. Σήμερα απαγορεύεται η σάτιρα. Απαγορεύεται γιατί ενοχλεί, λέει αλήθειες και είναι λαϊκή, όχι λαϊκίστικη. Αν κάνεις σήμερα σάτιρα, ο Αδωνις Γεωργιάδης αμέσως θα σου πει: «Θα σου κάνω μήνυση». Ταυτόχρονα, άρχισαν και στο θέατρο και στην τηλεόραση να ανεβαίνουν πολύ κακές επιθεωρήσεις. Δεν θέλω να πω ονόματα, αλλά το πράγμα έγινε χυδαίο, κιτς και ρατσιστικό, πολύ ρατσιστικό. Πήγα μια φορά σε μία από αυτές, γιατί θέλω να έχω γνώμη και αφού δω με τα μάτια μου: κοντά μου, μια ευτραφής κυρία γέλαγε με τα «αστεία» του συγκεκριμένου ηθοποιού που δεν θέλω να πω όνομα και γυρίζει και της λέει: «Τι γελάς, μωρή χοντρή;». Φυσικά η κυρία, θες από αμηχανία, θες γιατί έτσι έχει «εκπαιδευτεί» ως κοινό, γέλασε περισσότερο. Αλλά πλέον αυτά είναι ανεπίτρεπτα και στην κοινωνία και στο θέατρο. Και το να συνεχίζονται το θεωρώ ανεπίτρεπτο. Και δεν γίνονται μόνο από έναν άνθρωπο, αλλά και από άλλους που θεωρούνται «εκπρόσωποι της κουλτούρας». Δεν γίνεται να απευθύνεσαι έτσι ή κάπως έτσι, βίαια (γιατί περί βίας πρόκειται) και με ύφος ανωτέρου στο κοινό. Ούτε στο θέατρο ούτε πουθενά. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να μπω σε έναν τέτοιο δρόμο για να βγάλουμε το χάχανο. Δεν με ελκύουν ούτε η χυδαιότητα ούτε η φτήνια. Οχι μόνο στο θέατρο, αλλά πουθενά.

● Ωστόσο, το είδος παραμένει βαθιά πολιτικό, παρά τις κακοποιήσεις που έχει δεχθεί. Το θεωρείτε πιο ειλικρινές και πολιτικό από άλλα θεατρικά είδη;

Είναι αμιγώς πολιτικό. Με την έννοια πως μέσω της υψηλής σάτιρας και του χιούμορ μπορεί και προσεγγίζει ευρέα λαϊκά στρώματα και διαπαιδαγωγεί δίχως να γίνεται διδακτικό. Δεν υπάρχει πιο γρήγορος δρόμος για πολιτικοποίηση από το υψηλό χιούμορ. Δεν είναι τυχαίο πως μέσα στη χούντα, ανέβαιναν τέτοια έργα, που έκαναν κριτική στη δικτατορία, παρά τη λογοκρισία. Αυτό έγινε από το Ελεύθερο Θέατρο τότε και ήταν σημαντική η συμβολή του αυτή παντοιοτρόπως. Αλλά να το πω και αυτό: στα 16 μου που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, σνομπάραμε την επιθεώρηση ως κάτι μη ποιοτικό. Μετά άλλαξα γνώμη, όχι για την ίδια την επιθεώρηση, αλλά για το πώς εξελίχθηκε, και συνειδητοποίησα και κάποια πράγματα που μου ήταν πολύ χρήσιμα για το θέατρο που κάνω, τα πήρα από εκεί. Οσα συνδέονται με την πηγή, με τον Αριστοφάνη που τον λατρεύω. Μακάρι να μπορούσα να ανεβάσω και τα έντεκα έργα του που έχει γράψει. Εχω κάνει τρία: «Αχαρνής», «Εκκλησιάζουσες» και «Θεσμοφοριάζουσες».

Επίσης, συνειδητοποίησα και κάτι ακόμα: ότι οι ηθοποιοί της επιθεώρησης δεν ταυτίζονται με τον ρόλο στο νούμερο που παίζουν. Και αυτό είναι το κεντρικό της δικής μου θεώρησης ως σκηνοθέτη: θεωρώ απαραίτητη την αποστασιοποίηση του ηθοποιού από τον ρόλο. Αυτό λέω στους ηθοποιούς: «Παιδιά, έναν ρόλο παίζετε». Και είναι και πολύ ωραία η λέξη «παίζω» και όχι «υποδύομαι». Γιατί δεν γίνεται, ειδικά στην κωμωδία, να βγάλεις γέλιο (όχι χάχανο) άμα δεν κρατάς αυτή την απόσταση. Ξαναλέω: το χιούμορ δεν χρειάζεται τη φτήνια. Ούτε το γέλιο τη χυδαιότητα.

● Σε μια εποχή που η πολιτική μοιάζει όλο και συχνότερα με κακογραμμένο σκετς, η επιθεώρηση δεν φαίνεται να χρειάζεται να εφεύρει την υπερβολή· της τη σερβίρει καθημερινά η ίδια η πραγματικότητα. Ποια είναι η συμβολή της θεατρικής πράξης σε αυτό;

Ναι, ζούμε το θέατρο του παραλόγου στην καθημερινότητα. Γι’ αυτό και εμένα δεν με ενδιαφέρει να κάνω ιστορία της επιθεώρησης από ρομαντισμό, από νοσταλγία. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ το σήμερα, αυτό που συμβαίνει γύρω μας, πέρα από τον παραλογισμό: τι στ’ αλήθεια συμβαίνει στη χώρα μας. Από εκεί είναι η έμπνευση. Και αυτό ήταν το ζητούμενο από μένα: να ειπωθεί η αλήθεια μας, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με αφορά αυτό που γίνεται σε αυτή τη χώρα, σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτόν τον λαό. Πιστεύω πάρα πολύ βαθιά στη δημοκρατία, η οποία παραβιάζεται σε όλους τους τομείς, απολύτως σε όλους. Και τότε έρχεται η πρόκληση: πώς μπορείς να δεις αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα από την πλευρά του χιούμορ, που τη φωτίζει, θεωρώ, καλύτερα από μια πολιτική δήλωση.

● Μπορεί σήμερα ο καλλιτέχνης (του θεάτρου εν προκειμένω) να είναι πολιτικός επί σκηνής;

Είναι ρίσκο. Είναι πολύ εύκολο να αυτολογοκριθείς για οποιονδήποτε λόγο, αλλά για μένα, αν είσαι καλλιτέχνης απαγορεύεται η αυτολογοκρισία. Πρέπει να σε αφορούν αυτά που γίνονται γύρω μας. Δεν μπορείς να κάνεις πως δεν τα βλέπεις. Πώς να μη δεις τα δυο κορίτσια που αυτοκτόνησαν; Που μάτωσε η καρδιά μου. Πώς να μη σου χτυπήσουν καμπάνες, να σε ξυπνήσουν μπας και δεις τι κόσμος είναι αυτός που δεν αντέχει να ζει ένα 17χρονο παιδί! Προσωπικά, έχοντας παιδιά και εγγόνια που λατρεύω, αναρωτήθηκα τι δεν κάνω καλά. Τι μπορώ να κάνω καλύτερα. Με συγκινεί το πώς στέκεται δίπλα στα εγγόνια μου ο γιος μου. Αλλά δεν μπορώ να πω πως ισχύει το ίδιο για όλους. Οπότε φτάνεις στο ερώτημα: Γιατί δεν ισχύει; Και τότε το θέμα γίνεται πολιτικό. Και κοινωνικό φυσικά, μαζί πάνε αυτά.

● Θεωρείτε πως ο πολιτισμός θα μπορούσε…

Φυσικά θα μπορούσε! Ποιος πολιτισμός προσφέρεται στα νέα παιδιά; Ποιο καταφύγιο σε ποια τέχνη; Ποια εκπαίδευση μέσω ποιου σύγχρονου πολιτισμού; Κάποτε υπήρχε η Γραμματεία Νέας Γενιάς (επί ΠΑΣΟΚ αρχικά νομίζω) και είχες δωρεάν εισιτήρια. Τώρα, όλα είναι απαγορευμένα ή απαγορευτικά: πώς να πάει και πού μια οικογένεια; Με αυτή την ακρίβεια, θα πάει θέατρο τα παιδιά της; Ή όταν λέει η υπουργός Πολιτισμού «όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», τι ακριβώς (για να μη μιλήσω πιο αυστηρά) έχει στο μυαλό της; Ωραίος τίτλος, δεν λέω, αλλά πού είναι ακριβώς ο πολιτισμός σε όλη την Ελλάδα; Είναι πολιτισμός το να δίνεις συσσίτιο στους θιάσους; Γιατί όταν, αντί για 50, 100, 200 χιλιάδες ευρώ, τους δίνουν 15.0000, και σε κάποιους ελάχιστους τους δίνουν 30. Τι να κάνεις με αυτό; Πρόβες; Ασφάλιση ηθοποιών και τεχνικών; Σκηνικά; Τι να κάνεις ακριβώς; Είναι εγκληματική η πολιτιστική πολιτική σήμερα. Την κ. Μενδώνη την αφορούν μόνο τα αρχαιολογικά, γιατί αυτά ξέρει. Δεν θα μιλήσω για το μπάζωμα της Ακρόπολης και για το έγκλημα στον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη – πες ότι εμένα δεν μ’ αρέσει και σε κάποιους μπορεί να αρέσει. Αλλά τον σύγχρονο πολιτισμό, ε μα θα το πω: τον σύγχρονο πολιτισμό τον έχουν γραμμένο εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Δεν τους αφορά. Ούτε τον ξέρουν, ούτε τους αφορά. Και τι εννοούν «πολιτισμός» δεν ξέρω καν πλέον. Πού τον βλέπουμε; Στον λαό; Στις διαλυμένες οικογένειες με διαλυμένους ανθρώπους, κουρασμένους και οργισμένους; Στα παιδιά, στους εφήβους, στους μεγαλύτερους; Στα νοσοκομεία; Στην παιδεία; Πού;

● Η αλήθεια είναι πως σπάνια ακούς καν τη λέξη «πολιτισμός» σε πολιτικές ομιλίες.

Προσωπικά, δεν την έχω ξαναδεί τέτοια κατρακύλα. Και επειδή πάντα, μα πάντα, ασχολιόμουν με τα κοινά, ξέρω τις διαφορές από εποχή σε εποχή. Εδώ τη δεκαετία του 2000 που οι επιχορηγήσεις ήταν πολύ μεγάλες, είχαμε φτιάξει μια ομάδα με τον Ευαγγελάτο, τον Μιχαηλίδη και άλλους και κάναμε παρεμβάσεις για τον πολιτισμό, και τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Γι’ αυτό θυμώνω τόσο πολύ. Που πετάνε ένα «δίνουμε επιχορηγήσεις» και τελειώνουν. Συσσίτιο δίνουν! Πραγματικά τρελαίνομαι με αυτή την κατάσταση αναξιοπρέπειας και διασυρμού των καλλιτεχνών.

● Δεν υπάρχει κάτι αισιόδοξο;

«Ελληνας είναι αυτός που μετέχει της ελληνικής παιδείας», έτσι δεν λέγανε οι αρχαίοι; Ποιας παιδείας μετέχουμε σήμερα; Τι σχέση έχουν εγκληματίες της πολιτικής με τον πολιτισμό; Με τη δημοκρατία τι σχέση έχει ο Αδωνις; Και κατηγορούν άλλους για λαϊκισμό – το βασίλειο του λαϊκισμού κατηγορεί άλλους! Ο πρωθυπουργός ήταν από οικογένεια με χρήματα και τον στείλανε σε καλό σχολείο, αλλά τι σημαίνει αυτό αν δεν το κάνεις πράξη; Τσάμπα τα λεφτά. Η κυβέρνηση μας λέει: «Ολα είναι τέλεια, δεν πεινάει άνθρωπος, δεν κοιμάται στον δρόμο, τα πάντα είναι υπέροχα, όλα πάνε πολύ καλά». Και λένε και συμπλήρωμα: «Βεβαίως, κάποια πρέπει να διορθωθούν», και δεν διορθώνουν τίποτα. Πιάσε τα Τέμπη, πιάσε τα σκάνδαλα, πιάσε τους αγρότες, πιάσε τα παιδιά, τα νέα παιδιά… δεν μπορούμε, δεν έχουμε το δικαίωμα να τα αφήσουμε στην τύχη τους, μόνα τους! Οχι, δεν έχουμε!… Θες κάτι αισιόδοξο; Θα σου πω κάτι πολύ σοβαρό: μέσα σε αυτή τη μαυρίλα, είναι πολύ σοβαρό το να μπορέσεις να γελάσεις, να σκάσεις και ένα χαμόγελο. Γιατί αυτό σημαίνει «αντέχω, μπορώ, μοιράζομαι, οραματίζομαι». Το γέλιο σε φέρνει κοντά. Το έχουμε ανάγκη για να πάρουμε ανάσα. Να πάρουμε δύναμη. Δεν θα μας κάνουν να χαμογελάσουμε τα επιδόματα. Η κοινωνική πολιτική είναι πλέον στα δικά μας χέρια. Και στο χαμόγελό μας. Οταν το προσφέρουμε και όταν μας το προσφέρουν.

Η ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ – «Εγώ θα σας τα πω!»

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Κείμενα, Στίχοι τραγουδιών Γεράσιμος Ευαγγελάτος, Δημήτρης Χαλιώτης
Πρωτότυπα τραγούδια, Μουσική, Ενορχηστρώσεις Θέμης Καραμουρατίδης
Σκηνογράφος Μαγδαληνή Αυγερινού
Ενδυματολόγος Άγγελος Μέντης
Κίνηση Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Σχεδιασμός φωτισμών Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Φωνητική διδασκαλία Αποστόλης Ψυχράμης
Βοηθός σκηνοθέτη Πάνος Κορογιαννάκης
Βοηθός σκηνογράφου Αγγελική Πολίτη
Φωτογραφίες – artwork & trailer  Χρήστος Συμεωνίδης
Μουσικοί επί σκηνής Αντώνης Παλαμάρης μουσική διεύθυνση, επιμέλεια ορχήστρας, πλήκτρα, Κωστής Πυρένης ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, Βαγγέλης Οικονόμου μπάσο, Δημήτρης Τσόλης τύμπανα, programming
Παρτιτούρες Άρης Ζέρβας
Παίζουν οι ηθοποιοί Δημήτρης Πιατάς, Ελένη Κοκκίδου, Δημήτρης Μακαλιάς, Γιούλη Τσαγκαράκη, Ζερόμ Καλούτα, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Αλέξης Βιδαλάκης, Θανάσης Ισιδώρου

Η παράσταση ξεκινάει από την Αθήνα, θα κάνει περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, ενώ οι σταθμοί θα ανακοινώνονται σταδιακά: 4-7/6 Βεάκειο Θέατρο Πειραιά, 17, 18/6 Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου, 23/6 Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού και συνεχίζουν με Θεσσαλονίκη (8/7, Ανοιχτό Θέατρο Συκεών «Μάνος Κατράκης»), Βόλο (10/7, Δημοτικό Θέατρο Μελίνα Μερκούρη), Αρχαίο Θέατρο Δίου (12/7), Βέροια (14/7, Θέατρο Αλσους «Μελίνα Μερκούρη»), Δελφοί (18/7, Υπαίθριο Θέατρο «Φρύνιχος»), Καλαμάτα (22/8, Ανοιχτό Θέατρο Καλαμάτας).

Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/ego-tha-sas-ta-po-epitheorisi/

ΠΗΓΗ: efsyn.gr – Και πληροφορίες από cultureisathens.gr

Διαφήμιση

Κοινοποιήστε:

Διαφήμιση

Δημοφιλή

Διαφήμιση

Περισσότερα Νέα

Έκθεση “βόμβα” της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ελλάδα

Έκθεση Διεθνούς Αμνηστίας: «Η Ελλάδα αντιμετωπίζει με πολεμικές μεθόδους...

Το σχέδιο ΗΠΑ για τα παγωμένα κεφάλαια του Ιράν και οι αντιδράσεις της Τεχεράνης

«Ουσιαστικά δεν υπάρχει εκεχειρία, αλλά πόλεμος μικρής κλίμακας», διαμηνύει...

Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη: Μετά από 6 δημοσκοπήσεις ο Τσίπρας βασικός αντίπαλος του Μητσοτάκη

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν...

ΣΥΡΙΖΑ: Εγκρίθηκε η πρόταση Φάμελλου για στήριξη στην ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα με μεγάλη πλειοψηφία

Με ευρεία πλειοψηφία εγκρίθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ η...
Διαφήμιση