Tεχνική αποτυχία, θεσμικό αδιέξοδο και η ψευδαίσθηση της απορρόφησης.
Κείμενο: Ιωάννα Λιούτα
Πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα της «πλήρους δέσμευσης» των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), η οικονομετρική και θεσμική αποτίμηση του προγράμματος αποκαλύπτει σοβαρές δομικές στρεβλώσεις. Η βίαιη επιτάχυνση της διαδικασίας στο παρά πέντε, με τη μεταφορά της προθεσμίας στα τέλη Μαΐου 2026, δεν συνιστά διαχειριστική επιτυχία, αλλά ομολογία αποτυχίας του αρχικού σχεδιασμού.
Τα δεδομένα εκθέτουν την πραγματική εικόνα:
- Ασύμμετρη συγκέντρωση κεφαλαίων. Παρά τη φαινομενική διασπορά των 798 εγκεκριμένων συμβάσεων, το 75,3% της συνολικής επενδυτικής αξίας (22 δισ. ευρώ από τα 29,2 δισ.) διοχετεύθηκε σε μόλις 309 μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), που αποτελούν το 97% του παραγωγικού ιστού της χώρας, απορρόφησαν μόλις το 19,1% (5,6 δισ. ευρώ) μέσω 489 συμβάσεων. Το χρηματοδοτικό κενό για τις ΜμΕ παραμένει ουσιαστικά ανεπαρκές.
- Χάσμα συμβασιοποίησης και πραγματικών εκταμιεύσεων. Η νομική δεσμευσιμότητα (commitments) απέχει παρασάγγας από την πραγματική ταμειακή απορρόφηση (disbursements). Με τις πραγματικές εκταμιεύσεις να κινούνται μόλις πέριξ του 50%, η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία μετατίθεται για την τριετία 2027-2029. Η χρονική αυτή υστέρηση απομειώνει την παρούσα καθαρή αξία (NPV) των επενδύσεων.
- Δημοσιονομικό κόστος ευκαιρίας. Αποκλείστηκαν βιώσιμα επενδυτικά σχέδια ύψους 6 έως 8 δισ. ευρώ, αποκλειστικά λόγω γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, ελλιπούς συντονισμού και υψηλού κόστους δανεισμού από το τραπεζικό σύστημα. Ταυτόχρονα, κρίσιμα κονδύλια, όπως τα 93 εκατ. ευρώ της Πολιτικής Προστασίας, χάθηκαν οριστικά λόγω αποτυχίας υλοποίησης των οροσήμων.
Η μετατροπή ενός αναπτυξιακού εργαλείου ιστορικών διαστάσεων σε μηχανισμό ενίσχυσης της κεφαλαιακής επάρκειας λίγων ισχυρών ομίλων συνιστά θεσμική διολίσθηση. Χωρίς ουσιαστική διάχυση της προστιθέμενης αξίας, η τελική απόδοση των κεφαλαίων για τη συνολική οικονομία παραμένει εξαιρετικά αμφίβολη.
ΠΗΓΗ: avgi.gr
