Μέτρα ανάλογα με την Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών εφαρμόστηκαν το 2023 και το 2025, αλλά οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά ξεπερνούν το 35% από το 2020.
Ρεπορτάζ: Τζώρτζης Ρούσσος
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί για ακόμη μία φορά να παρουσιάσει ως δραστική πολιτική κατά της ακρίβειας μια προσωρινή, εθελοντική και μέχρι στιγμής μη μετρημένη παρέμβαση σε επιλεγμένα προϊόντα. Για να προσδώσει δε βαρύτητα σε μια εκ των προτέρων αποτυχημένη επιλογή τη βάπτισε Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών.
Όπως έχουν οι ίδιοι ανακοινώσει, αυτή η «προσπάθεια» να καλυφθεί η αισχροκέρδεια των σουπερμάρκετ εκκινεί σήμερα, Δευτέρα, και θα διαρκέσει από δύο έως τέσσερις μήνες. Ωστόσο ο αρμόδιος υπουργός Τάκης Θεοδωρικάκος ήδη πανηγυρίζει και δη στο υπουργικό συμβούλιο για την ένταξη 750 επώνυμων προϊόντων και 100 προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στο σουπερμάρκετ, με μια ονομαστική μέση μείωση της τάξης του 7%. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για επικοινωνιακή πομφόλυγα μικρής ισχύος, η οποία αποκλείεται να αποτρέψει τη συνέχιση των πληθωριστικών πιέσεων και να ανακουφίσει ουσιαστικά τα νοικοκυριά.
Αριθμητικές αλχημείες
Στη στατιστική του πληθωρισμού οι τιμές δεν υπολογίζονται μετρώντας απλώς πόσα προϊόντα άλλαξαν καρτελάκι, αλλά με βάση τη στάθμιση κάθε δαπάνης στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,7% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης. Με τη μέση μηνιαία δαπάνη ενός νοικοκυριού (σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΛΣΤΑΤ το στατιστικό «μέσο νοικοκυριό» αντιστοιχεί περίπου σε 2,4 άτομα) να ανέρχεται σε 1.724,54 ευρώ, η μηνιαία δαπάνη για διατροφή υπολογίζεται σε περίπου 356,98 ευρώ. Ακόμη και στο εξαιρετικά ευνοϊκό και εξωπραγματικό σενάριο κατά το οποίο ολόκληρη η δαπάνη τροφίμων μειωνόταν κατά 7%, η μηνιαία εξοικονόμηση θα έφτανε τα 24,99 ευρώ. Οι κυβερνητικοί ισχυρισμοί περί ελάφρυνσης κατά 40 ή 50 ευρώ τον μήνα θα απαιτούσαν μηνιαίες αγορές σουπερμάρκετ ύψους 571 έως 714 ευρώ αποκλειστικά σε ενταγμένους κωδικούς, στοιχείο που δεν τεκμηριώνεται από κανένα δημοσιευμένο δεδομένο.
Παράλληλα, το κυβερνητικό αφήγημα επιχειρεί να κρύψει τη μεγάλη εικόνα της σωρευτικής επιβάρυνσης. Τον Ιούλιο του 2026 ο δείκτης τιμών της ΕΛΣΤΑΤ για τα τρόφιμα βρισκόταν στις 135,05 μονάδες με έτος βάσης το 2020, δηλαδή 35% υψηλότερα. Ακόμη κι αν η πρωτοβουλία εφάρμοζε οριζόντια μείωση 7% σε όλα τα τρόφιμα, ο δείκτης θα υποχωρούσε στις 125,60 μονάδες, παραμένοντας περίπου 25,6% πάνω από τα επίπεδα του 2020.
Την ίδια στιγμή η εστίαση στα ράφια των σουπερμάρκετ προσπερνά τους τομείς που τροφοδοτούν με τη μεγαλύτερη ένταση τις πληθωριστικές πιέσεις. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο 2026 δείχνουν ότι, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός ήταν 3,4% και τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά μόλις 0,4%, η στέγαση εκτινάχτηκε στο 8,8% και οι μεταφορές στο 7,4%. Μόνο η στέγαση και οι μεταφορές πρόσθεσαν 2,4 μονάδες στον πληθωρισμό, αποδεικνύοντας ότι το μέτρο αφήνει ανεξέλεγκτους τους κύριους μηχανισμούς που διογκώνουν το κόστος διαβίωσης.
Εμφανής ανεπάρκεια
Η ανεπάρκεια των μέτρων γίνεται ακόμη πιο εμφανής στα χαμηλά εισοδήματα. Οπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεση του διοικητή για το 2025, ο πληθωρισμός πλήττει δυσανάλογα τα φτωχότερα νοικοκυριά. Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού διαθέτει το 33,5% των δαπανών του για τρόφιμα έναντι 12,7% για το πλουσιότερο 20%. Παράλληλα, το χαμηλότερο 20% κατευθύνει συνολικά το 55,9% του προϋπολογισμού του σε τρόφιμα και στέγαση. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε μπροστά μας μια νέα διαρθρωτική παρέμβαση, αλλά την επανάληψη ενός μοντέλου που χρησιμοποιείται τακτικά.
Το 2023 η μόνιμη μείωση τιμής αφορούσε 770 κωδικούς με ελάχιστη μείωση 5% για έξι μήνες, ενώ το 2025 ανακοινώθηκε πρωτοβουλία για πάνω από 2.000 κωδικούς με μεσοσταθμική μείωση 8%. Η ανακύκλωση αυτών των προγραμμάτων επιβεβαιώνει ότι ο αριθμός των κωδικών χρησιμοποιείται ως εργαλείο επικοινωνιακής διαχείρισης, καθώς το συνολικό επίπεδο τιμών παραμένει σταθερά σε υψηλά επίπεδα. Ακόμη και ο ίδιος ο υπουργός Ανάπτυξης αναγνώρισε στις 26 Αυγούστου ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν αποτελεί από μόνη της οριστική λύση για το κόστος ζωής, συνδέοντας τη διατηρήσιμη βελτίωση με τη γρήγορη αύξηση των μισθών.
Οι 850 κωδικοί λοιπόν δεν είναι δείκτης αγοραστικής δύναμης. Το 7% δεν είναι μετρημένη μείωση του οικογενειακού προϋπολογισμού. Η πρωτοβουλία δεν έχει ακόμη αρχίσει, είναι προσωρινή, δεν συνοδεύεται από δημοσιευμένη στάθμιση πωλήσεων και δεν αντιμετωπίζει τους κυριότερους σημερινούς οδηγούς του πληθωρισμού. Αυτή η παραδοχή περιορίζει οριστικά τη δυνατότητα να παρουσιάζονται οι 850 κωδικοί ως κεντρική απάντηση στο πρόβλημα, αποδεικνύοντας ότι, όσο η κυβερνητική πολιτική εξαντλείται σε προσωρινές προσφορές, η αγοραστική δύναμη των πολιτών θα συνεχίσει να υποχωρεί μπροστά στις πραγματικές οικονομικές πιέσεις που έχουν ως κυρίαρχη αιτία την εμμονή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αφήνει ανέλεγκτη την αισχροκέρδεια για να πανηγυρίζει για το φορομπηχτικό φούσκωμα του ΑΕΠ διά της υπεραπόδοσης του ΦΠΑ.
ΠΗΓΗ: documentonews.gr
