Η ΔΕΘ που σχεδιάστηκε από το Μέγαρο Μαξίμου ως μια προσεκτικά σκηνοθετημένη προσπάθεια πολιτικής επανεκκίνησης για την κυβέρνηση, τελικά εξελίχθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό: σε δημόσια αναμέτρηση Μητσοτάκη – Σαμαρά, με τα κυβερνητικά μέτρα να περνούν σε δεύτερο πλάνο.
Κείμενο: Μαρία-Ειρήνη Δημουλά
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να βάλει τον πρώην πρωθυπουργό απέναντι, χρησιμοποιώντας βαριές πολιτικές αιχμές περί «τεχνογνωσίας» που μπορεί να βλάψει την παράταξη. Μόνο που ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάστηκε ιδιαίτερο χρόνο για να σηκώσει το γάντι. Η απάντησή του ήρθε σχεδόν αμέσως και με σαφές μήνυμα ότι το ποιος υπηρετεί και ποιος βλάπτει τη Νέα Δημοκρατία δεν αποτελεί προνόμιο ούτε του πρωθυπουργού ούτε της οικογένειας Μητσοτάκη.
Από εκείνο το σημείο και μετά, η ΔΕΘ απέκτησε διαφορετικό πρωταγωνιστή.
Οι εξαγγελίες για φόρους, εισοδήματα και μέτρα στήριξης άρχισαν να χάνουν χώρο στη δημόσια συζήτηση και τη θέση τους πήρε η ανοιχτή σύγκρουση των δύο πρώην και νυν αρχηγών της ΝΔ. Η κυβέρνηση ήθελε να παρουσιάσει μια εικόνα πολιτικής αυτοπεποίθησης. Αντ’ αυτού, βρέθηκε να διαχειρίζεται έναν εσωκομματικό πόλεμο που αναζωπυρώθηκε μπροστά στις κάμερες.
Και το πρόβλημα για το Μαξίμου δεν είναι μόνο ότι ο Σαμαράς απάντησε. Είναι ότι επέλεξε να ανοίξει συνολικά τον φάκελο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, καταθέτοντας μια ιδιαίτερα σκληρή πολιτική επίθεση.
Ακρίβεια, διαφθορά, αλαζονεία, απευθείας αναθέσεις, φορολογία, αγρότες, Τέμπη, υποκλοπές και μια σειρά από ζητήματα που έχουν προκαλέσει πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση μπήκαν ξανά στο προσκήνιο. Το μήνυμα του Σαμαρά ήταν ουσιαστικά ότι άλλο η Νέα Δημοκρατία ως ιστορική παράταξη και άλλο η σημερινή της εκδοχή υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και κάπου εκεί η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε ένα μάλλον άβολο ερώτημα: πώς απαντάς σε έναν πρώην πρωθυπουργό της δικής σου παράταξης χωρίς να μετατρέπεις την κριτική του σε κεντρικό πολιτικό γεγονός;
Η επιλογή ήταν η αντεπίθεση.
Στελέχη της κυβέρνησης και της ΝΔ έσπευσαν να αποδομήσουν τον Σαμαρά, επιχειρώντας να συνδέσουν τη ρητορική του με την αντιπολίτευση και να παρουσιάσουν την παρέμβασή του ως προσωπική πολιτική εμμονή. Το επιχείρημα είναι βολικό: όταν δεν μπορείς εύκολα να απαντήσεις σε όλα όσα τίθενται επί τάπητος, μπορείς πάντα να μεταφέρεις τη συζήτηση από την ουσία στα κίνητρα εκείνου που μιλά.
Μόνο που η αντιπαράθεση δεν έμεινε εκεί.
Η Ντόρα Μπακογιάννη μπήκε δυναμικά στη συζήτηση, υπενθυμίζοντας παλιές συγκρούσεις και πολιτικά τραύματα που η ΝΔ κάθε άλλο παρά έχει ξεχάσει. Το παρελθόν επέστρεψε με φόρα, αποδεικνύοντας ότι ο εσωκομματικός εμφύλιος δεν είναι καινούργιος· απλώς κατά περιόδους μπαίνει κάτω από το χαλί.
Από την άλλη, ο Σαμαράς εμφανίζεται να επενδύει ακριβώς σε αυτή την παλιά δεξιά βάση που αισθάνεται ότι δεν εκφράζεται πλέον από το Μέγαρο Μαξίμου. Και όσο η συζήτηση για ένα νέο πολιτικό εγχείρημα παραμένει ζωντανή, κάθε δημόσια σύγκρουση με τον πρωθυπουργό λειτουργεί ως επιπλέον καύσιμο.
Το ενδιαφέρον πλέον δεν βρίσκεται μόνο στο τι είπε ο Σαμαράς ή στο τι απάντησε ο Μητσοτάκης. Βρίσκεται στο τι συμβαίνει στη βάση της ΝΔ.
Γιατί αν οι συζητήσεις στη Θεσσαλονίκη αποτυπώνουν έστω και μέρος της πραγματικότητας, τότε η κυβέρνηση έχει λόγους να ανησυχεί. Η συζήτηση για πιθανή δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως απλή πολιτική φημολογία που θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Αντίθετα, φαίνεται να αποκτά χώρο σε ένα τμήμα του παραδοσιακού εκλογικού ακροατηρίου της ΝΔ.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ειρωνεία της φετινής ΔΕΘ.
Το Μέγαρο Μαξίμου ήθελε μια διοργάνωση που θα έδειχνε ότι η κυβέρνηση έχει αφήσει πίσω της τις δυσκολίες, ότι διαθέτει σχέδιο και ότι μπορεί να απευθυνθεί ξανά στους ψηφοφόρους που έχουν απομακρυνθεί.
Τελικά, η μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση που προέκυψε δεν αφορούσε το κυβερνητικό σχέδιο.
Αφορούσε το αν η ίδια η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να χωρά όλους εκείνους που κάποτε θεωρούνταν δεδομένοι.
Και αυτό είναι ίσως το πιο δυσάρεστο μήνυμα για το Μαξίμου: όταν μια κυβέρνηση πηγαίνει στη ΔΕΘ για να αναζητήσει πολιτική επανεκκίνηση και καταλήγει να συζητά για εσωκομματική διάσπαση, το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον στην επικοινωνιακή διαχείριση.
Βρίσκεται στην πολιτική ουσία.
Γιατί μπορεί το Μαξίμου να προσπαθεί να παρουσιάσει την υπόθεση Σαμαρά ως μια προσωπική αντιπαράθεση. Όσο όμως η συζήτηση μεταφέρεται από τα στελέχη στη βάση και από τα παρασκήνια στις κάλπες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πειστεί κανείς ότι πρόκειται απλώς για έναν ακόμη πολιτικό καβγά.
Η ΔΕΘ, λοιπόν, μπορεί να είχε σχεδιαστεί ως σκηνή κυβερνητικής ισχύος.
Κατέληξε όμως να λειτουργεί ως καθρέφτης των εσωτερικών ρωγμών της ΝΔ.
Και ο καθρέφτης, όπως είναι γνωστό, έχει ένα ελάττωμα: δεν μπορείς να τον πείσεις επικοινωνιακά να δείξει κάτι διαφορετικό.
ΠΗΓΗ: thefaq.gr
