Ο γέρων Παλούκιος (κατά κόσμο Δημήτρης Πουλικάκος) εξομολογείται και προειδοποιεί: «Ας προσέχαμε»

Ημερομηνία:

Διαφήμιση

Συνέντευξη με τον Μήτσο Πουλικάκο μ’ αφορμή τα γενέθλια του στις 17/1 και την εμφάνιση του στο θρυλικό κλαμπ «Κύτταρο».

*Του Γιώργη-Βύρωνα Δαβού

Ως είθισται τα τελευταία χρόνια, ο Μήτσος Πουλικάκος και το συγκρότημα του «Γεια σου Τάκη», που στελεχώνεται από διαλεκτούς μουσικούς της ελληνικής ροκ σκηνής, γιορτάζουν τα γενέθλιά  του σημαντικού αυτού «ιεράρχη» της -μιας και το τρέχων ετερώνυμό του είναι «Γέρων Παλούκιος» -με μια εμφάνιση τους στις 17 Ιανουαρίου στο θρυλικό κλαμπ «Κύτταρο».

Δε θα ήταν υπερβολή εάν θα λέγαμε ότι ο Μήτσος αποτελεί ένα «πολιτιστικό φαινόμενο» στη γενικότερη πνευματική και μουσική δραστηριότητα της χώρας μας. Ενσάρκωσε με την αντισυμβατική ως σήμερα ζωή του ένα άλλο είδος ήρωα ή αντιήρωα, η επιλογή δική σας, από εκείνον του Παύλου Σιδηρόπουλου και σημάδεψε την πορεία της μουσικής σκηνής στη χώρα μας όχι μόνον με τα ιδιαίτερα τραγούδια του, αλλά και με τις πρωτοβουλίες του να δημιουργούνται πράγματα, δείχνοντας πάντα τον δρόμο.

Το «άστρο» του Μήτσου συντηρήθηκε κατά καιρούς από τις πολυτάραχες εμπειρίες του στην Ελλάδα και το εξωτερικό (ιδιαίτερα στο swinging London, που το έζησε στην ακμή του) και τα σκάνδαλα, που ηθελημένα ή άθελά του, ενεπλάκη. Όλα τούτα τα στοιχεία, μαζί με τη ροπή του να είναι πολυτεχνίτης (μουσικός, ραδιοφωνικός παραγωγός, ηθοποιός σε εμβληματικές ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, ιπτάμενος φροντιστής και στέλεχος διαφημιστικής -όπως μας αποκαλύπτει), έχουν εξακτινώσει την persona του κι έξω από τα πλαίσια του μουσικού κόσμου. Ο Πουλικάκος είναι ένα πρόσωπο κοινό για τον μέσο Έλληνα, ακόμη κι οι μη θιασώτες της ροκ ακούνε τα τραγούδια του, απλοί και συμβατικοί άνθρωποι ιστορούν τις «σκανδαλιές» του, που έχουν πληροφορηθεί από δεύτερο ή τρίτο χέρι μεν, αλλά πάντα χωρίς ψόγο -απεναντίας βρίσκοντάς τες διασκεδαστικές κι απολαυστικές.

Με αφορμή την εμφάνιση στο «Κύτταρο», αδράξαμε την ευκαιρία για να συζητήσουμε με τον Μήτσο ή αν θέλετε τον Γέροντα Παλούκιο ή αν θέλετε επίσης τον θείο Νώντα,  που κάποιες παλιότερες γενιές γνωρίσαμε στα ερτζιανά. Μια συζήτηση περισσότερο, όχι τόσο συνέντευξη, γιατί φρονούμε πως είναι καλλίτερο να αφήνουμε τον γάργαρο λόγο του Μήτσου να περιφέρεται όπως θέλει και του ταιριάζει στα μονοπάτια της ζωής και τις δράσης του. Βέβαια, για ο,τιδήποτε χρειαζόμασταν στη διάρκεια της συνέντευξης, καλόβολα ο Μήτσος μάς τόνισε ότι μπορούμε να του κάνουμε όποιο από τα δύο νεύματα θέλουμε, διευκρινίζοντας: «το ένα είναι το δικό μας, που το έχουν και οι παππάδες (με τον παράμεσο όταν ευλογούν) και Καλή Χρονιά να ‘χουμε και ‘των ξένω’. Θυμάστε καμία φορά όπως λέγανε στο χωριό, κάποιος και που δεν ξέρει πολλά γράμματα, στη γενική χωρίς το ν . Δεν λέει ‘των ξένων’, αλλά ‘των ξένω’, το οποίο είναι αυτό (σσ. σηκώνοντας το μεσαίο δάκτυλο). Που κι αυτό το ίδιο είναι», μας λέει με νόημα ο Γέρων.

Οι «Γειά σου Τάκη» και το τώρα

Όλοι αναρωτιόμαστε πόθεν προέκυψε το γειά σου Τάκη, είναι κι αυτό ένα από τα πολλά ετερώνυμά του, όπως ο Θείος Νώντας: «Όχι, τώρα είμαι ο Γέρων Παλούκιος. Ο θείος Τάκης είναι άλλος. Και Τάκηδες έχουμε πολλούς στη ζωή μας και φίλους πολλούς που έχουν φύγει κι εξ ου και το όνομα».  Μπορεί δηλαδή και σε αυτό συγκατανεύει ο Μήτσος, ότι ενδέχεται να είναι και ένας φόρος τιμής στους φίλους που έχουν φύγει.

Φωτ.: Κωνσταντίνος Σαλασίδης

Για τη σύνθεση του συγκροτήματος μας λέει πως «υπάρχει μία βασική σύνθεση, αλλά υπάρχουν κι επίτιμα μέλη, που βέβαια ενσωματώνονται με την μπάντα ενίοτε. Στο συγκρότημα αυτό έχουμε και κάποιους ‘νέους’ μουσικούς που είναι κάτω από τα 60».

Αλλά πώς προέκυψε να εμφανίζεται η μπάντα κάθε χρόνο επί των γενεθλίων του;

«Έλα ντε; Κάπως έτυχε, ήλθε από μόνο του. Συνέπεσε χρονικά και είπαμε έκτοτε να το κάνουμε τότε, στα γενέθλια. Το ‘Γειά σου Τάκη’ μπορεί και να προέκυψε από έναν συγγενή από την πλευρά της μητέρας μου, εργένης που πάντα ζούσε μαζί μας, στο πατρικό μου είχε κι αυτός ένα δωμάτιο. Έπαιζε φλάουτο κι ήταν κι αυτός μουσικόφιλος και κινηματογραφόφιλος κι αυτός με είχε πάει να δω το ‘Κλέφτης Ποδηλάτων’, κάπου το 48, μικρό παιδί 5 ετών. Ήταν και τότε χρονιά του Αλόγου σύμφωνα με το κινεζικό ημερολόγιο».

Στο σημείο τούτο, τη χρονιά του Αλόγου δηλ., ο Πουλικάκος κάνει μία παρέκβαση και στέκεται ιδιαίτερα, ως μελετητής του ζεν, βλέπετε, από νεαρής ηλικίας. Αλλά γιατί;

«Γιατί στα άλλα ζώδια, όποτε είναι η χρονιά τους είναι γούρι, για το Άλογο δεν είναι και τόσο γούρι. Τώρα αυτό πως μεταφράζεται; Πολύ ευοίωνο δεν μου ακούγεται. Κι όπως έχει μπει η χρονιά, ας τα. Γι’ αυτό κι εγώ έχω το hashtag : το #Gamisseta. Είναι αυτό το πρώτο μήνυμα που ο Γέρων Παλούκιος αφοριστικά περνά για τους αναγνώστες κ.ο.κ.».

Μια άλλη απορία που σκεφτήκαμε να λύσουμε είναι εάν είναι ρεμπετορόλας ή ρεμπετορόκερ.

«Άλλο είναι το ρεμπετορόκερ και άλλο ο ρεμπετορόλερ, ποια είναι η διαφορά, Έλα ντε, αλλά δεν είναι επί του παρόντος, γιατί θα χρειασθούν ολάκερες γενεές για να το εξηγήσουμε και ούτε θα βρούμε κάποια άκρη».

Όταν λες όμως το «Υπάρχω» με ποια διάθεση το λες σαν ρεμπετορόκερ ή ρεμπετορόλερ; 

«Απλά τρολάρω, το κάνω για πλάκα, δεν εννοώ να παίξω ένα αμιγώς λαϊκό τραγούδι».

Η απορία όμως είναι: υπάρχουν άλλοι ρόκερ που βάζουν ρεμπέτικα στο πρόγραμμά τους, ο Παύλος (Σιδηρόπουλος) για παράδειγμα. «Ο Παύλος όταν έκανε ρεμπέτικα το έκανε στα σοβαρά, εγώ το Υπάρχω το κάνω σοβαρά, αλλά σατιρίζοντας πάντα μία τάση».

Τα πρώτα βήματα κι οι πρωταρχές του rock n’ roll στην Ελλάδα

Μοιραία, η συζήτηση ξεκινά από το ξεκίνημα της πορείας του. Από τότε, που λίγοι το γνωρίζουν, συμμετείχε στην κυκλοφορία του περιοδικού που σημάδεψε το κίνημα της μεταπολεμικής πρωτοπορίας και του underground στην Ελλάδα, το θρυλικό «Πάλι» μαζί με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τον Τάσο Δενέγρη, τον Αλέξη τον Αγγουρά, που είναι κι από τους λίγους που ζουν ακόμη, τον Σπύρο τον Μεϊμάρη, την Έυα Μυλωνά, τον  Αλέξη Ακριθάκη τον Γιώργο Μακρή, τη Μαντώ Αραβαντινού, τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Με τον Χρηστάκη άλλωστε ήταν και πιο κοντά… «Ναι, ήμασταν μέσα στην παρέα. Ήταν η παρέα του παλιού Βυζαντίου, που μαζευόμασταν στο ιστορικό εκείνο μαγαζί στην άκρη της πλατείας Κολωνακίου. Το Βυζάντιο ήταν η ‘ουδετέρα ζώνη’, γιατί μπορούσες να δεις τον τάδε υπουργό με την παρέα του στο ένα τραπέζι, στο διπλανό μπορεί να ήταν ένας νταβατζής από την Οδό Αθηνάς, πιο κάτω ένας γνωστός ηθοποιός κοκ. Όπως ήταν για ένα διάστημα, πιο πρόσφατα κι η πλατεία Ομονοίας».

Ο Πουλικάκος έζησε την ιδιαίτερη εκείνη σχέση της νεολαίας  με την άλλη κοινωνία αφότου ήλθε το ροκ εν ρολ στην Ελλαδα.

«Εγώ το έζησα και σαν ακροατής και σαν ποιητής και μουσικός ή τραγουδιστής το έζησα από όλες τις πλευρές. Αλλά πρώτιστα ως θαυμαστής εκείνης της μουσικής εν γένει».

Αλλά ποιες ήταν οι μουσικές που είχαν σημαδέψει τον Μήτσο σε εκείνη την ηλικία που ήταν μάλιστα προ του ροκ;

«Εγώ μεγάλωσα με κλασσική μουσική από την οικογένειά μου, γιατί ο πατέρας μου -παρόλο που ήτανε χωριάτης- του άρεσε η κλασική μουσική και έλεγε τους άλλους ‘χώριατους’, γιατί υποτίθεται δεν καταλαβαίνανε την αξία της. Εγώ από το ραδιόφωνο άκουγα τα ρομαντικά της εποχής, την αθηναϊκή καντάδα, τα ελαφρά ελληνικά τραγούδια της εποχής και καμμιά φορά από τον σταθμό της αμερικανικής βάσης, που επίσης μου άρεσε».

«Γενικά όμως ο πατέρας μου το ροκ εν ρολ δεν το αποδεχότανε. Και οι σχέσεις μας μέχρι το ροκ εν ρολ ήταν καλές, όμως μετά το ροκ εν ρολ διακόψαμε κάθε συναλλαγή! Βέβαια, το κύμα του ροκ συνέπεσε και με τις ηλικίες που αλλάζουν τα πάντα για τα αγόρια. Και τα κορίτσια βέβαια, αλλά έτυχε να είμαι αγόρι».

«Εκείνη την εποχή ένοιωθε ότι κάτι αλλάζει. Όχι με τον τρόπο που ρωτάμε σήμερα. Όχι, δεν είχα εκείνη την αίσθηση. Δηλ. όταν ζεις κάτι δεν μπορείς να σκέφτεσαι πως θα εκληφθεί αυτό ή πώς θα ερμηνευθεί κάτι που θα πεις εκείνη την ώρα μετά 30 χρόνια, που κάποιος άλλος θα το ερμηνεύσει. Εξόν εάν είσαι σχιζοφρενής  που μπορεί κι αυτό βέβαια να συμβαίνει, το οποίο όμως είναι λίγο σπάνιο αυτό το πράγμα. Δεν ζεις τότε, ζεις ένα πράγμα reality show, ίσως ηλίθιο. Ηλίθιο, που όπως είπαμε ότι υπάρχει εκείνο το εγγενές στο ανθρώπινο γονιδίωμα από το οποίο δε γλυτώνουν ούτε και οι πιο έξυπνοι».

Ο  Μήτσος περιγράφει τη δυσκολία να βρει κανείς σε εκείνη την ηρωική εποχή δισκάκια ροκ εν ρολ «που θα έπρεπε να πηγαίνεις από σπίτι σε σπίτι για να ακούσεις ένα κομμάτι. Αλλά πολύ περισσότερο ήταν δύσκολο να παίξεις ροκ εν ρολ. Δεν ήταν εύκολο να βρεις ηλεκτρικά όργανα, ακόμη και στα 60’s ήταν δύσκολο να βρεις όργανα, ακόμη κι όταν είχαν γίνει γνωστοί οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Animals. Από τα ‘70s και μετά, κάπως  ξεκίνησε να κινείται κάτι. Άρχιζαν κι οι οικογένειες να αποδέχονται κάπως… ‘άντε μία κιθαρούλα να παίξει λίγο το παιδί’ Τώρα υπάρχουν τα πάντα, τότε ήταν ένα πρόβλημα».

Βέβαια, η μουσική δεν έλειπε. «Και στην Ελλάδα οι δίσκοι κι οι ταινίες έρχονταν σχετικά γρήγορα. Τότε στα δισκάδικα υπήρχαν θάλαμοι που πήγαινες να ακούσεις τον δίσκο. Ωραία. Και στα ‘50s όλα εκείνα τα δισκάκια του Πρίσλεϊ, του Τζερι Λι Λούις, ερχόντουσαν επί τόπου. Μόλις ανέβαιναν στα ‘τσαρτς’ τα έβλεπες κι εδώ. Και οι ταινίες επίσης».

Η εμπειρία της Αγγλίας εκείνη την εποχή ήταν για εκείνον αποκαλυπτική και μουσικά, αλλά και σαν τρόπος ζωής. Άλλωστε και μ’ εκείνην την περίοδο συνδέονται πολλά από τα στοιχεία της ‘πικάντικης’ βιογραφίας του -οι εμπειρίες με το LSD, τους κρυστάλλους που έφεραν για να ρίξουν στη λίμνη του Μαραθώνα: «Δεν είμαι άνθρωπος που εκπλήσσομαι εύκολα, αλλά σίγουρα ήταν τότε πολύ διαφορετικά από εδώ. Κάπως αισθανόσουνα πιο άνετα, ήσουν πιο ήσυχος. Μπορούσες να ζήσεις άλλα πράγματα. Εδώ είχες θέμα ακόμη και με τα μακριά μαλλιά, δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις. Να σκεφθείς ότι τη βραδιά που παίξανε οι Rolling Stones στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού, στην Αλεξάνδρας, μας πετροβολάγανε μετά τη συναυλία από κάποια αυτοκίνητα. Άρα είχε γίνει επί τούτου, είχανε μαζέψει ανθρώπους με πέτρες κι από τα αυτοκίνητα πετροβολάγανε. Χρυσαυγίτικες μέθοδοι».

«Έ, στο Λονδίνο είδα πολλές μπάντες να παίζουν. Από τους Pink Floyd, τους πρώτους με τον Σιντ Μπάρετ, τους Cream πολύ, τους Kinks, τον Zappa -που σ’ αρέσει κι εσένα. Έχω παίξει και κομμάτια του Φρανκ Ζάπα και των Μothers of invention, γιατί όπως και στα κομμάτια εκείνου υπάρχει και με τον Εξαδάκτυλο και ο αυτοσχεδιασμός. Αλλά γινόταν πάντοτε μέσα σε συγκεκριμένα μουσικά πλαίσια».

Ο Μήτσος είχε την τύχη να ζήσει και τους τεντιμπόηδες στην αρχή του ροκ εν ρολ και τον διωγμό των χίπις στη Χούντα.

«Στη Χούντα ήταν που δεν υπήρχε καθόλου ανοχή. Κι εμάς τότε μας πιάσανε επί Χούντας. Βέβαια, μας πιάσανε για μαύρο, γιατί λίγο το αεράκι έφερε τη μυρωδιά κι αυτό πειράζει φαίνεται. Πάντα πειράζει αυτό».

Οι Εξαδάκτυλος, η μουσική της εποχής

Πώς σχηματίσθηκαν οι «Εξαδάκτυλος»;

«Μας πήρε λίγο καιρό για να διαμορφωθεί το τελικό σχήμα, κυρίως όσον αφορά τους κιθαρίστες. Πέρασαν πολλοί Αλλά έψαχνα κι εγώ κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι έπαιζαν κάτι διαφορετικό από τους άλλους και δεν έπαιζαν στο ύφος ‘το κορίτσι του Μάη’».

Εκείνη την εποχή τα μουσικά σχήματα που μπορούσε να ακούσει ο Πουλικάκος. Οι We Five, οι Juniors που έπαιζαν μπλουζ-ροκ, πιο κοντά στο εγγλέζικο μπλουζ, γιατί το αμερικάνικο είναι δύσκολο να το ακολουθήσεις, ενώ το αγγλικό έχει ένα σφικτό πλαίσιο, σχεδόν γερμανικό. Άλλωστε κι οι Εγγλέζοι, σε κάποιο βαθμό Γερμανοί είναι κι αυτοί, όπως οι Γάλλοι, οι βόρειοι Ιταλοί, οι Ισπανοί ακόμη, είναι γερμανικά φύλα. Όπως υπάρχουν κι οι Γερμανοσλάβοι της κεντρικής Ευρώπης. Βέβαια, τονίζει την κοινωνία και τους μηχανισμούς της το να επινοεί ένα περιθώριο «ούτως ή άλλως αυτό τους εξυπηρετεί, απλά από κει και πέρα είναι εάν σε θέλουν ή δε σε θέλουνε. Αν σε έχουνε για τον άλφα ή βήτα λόγο στο μάτι και κάτι δεν θέλουνε, τους είναι πιο εύκολο. Αν και πάντα βρίσκουνε. Αν υπάρχει κάτι, πως το λέτε κι εσείς οι κομμουνισταί, ο Μάο το λέει; εάν υπάρχει θέληση, τότε όλα γίνονται».

Μεταφοραί ο Μήτσος

Μία παγίδα της καταναλωτικής κοινωνίας, που αποτυπώνεται άλλωστε και κοινωνιολογικά σχεδόν στο «Μεταφοραί ο Μήτσος». Έτσι είναι περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Αλλά δοσμένη με περισσότερο χαριτωμένο τρόπο, απ’ ό,τι εκ των υστέρων θα ήθελε να είναι. Αλλά ήταν δύσκολο να βγει ο δίσκος αυτός την εποχή εκείνη;

«Κοίτα να δεις ο δίσκος πέρασε από 40 κύματα. Γιατί λεφτά εκείνη την εποχή δεν υπήρχανε, με τις εταιρείες εύκολα δεν μπορούσες να βρεις άκρη. Γιατί εγώ ήμουν ‘μπαίνω τώρα στο στούντιο και γράφω’ και πάω με ένα φάκελο με τα τραγούδια, να δούμε τα δικαιώματα τι είναι αυτά. Κι έτσι λοιπόν αναρωτιούνταν ‘ποιος είναι αυτός;’ Και φτιάχθηκε ο δίσκος χάρις στη χρηματοδότηση ενός φίλου, που ήταν CEO σε μία διαφημιστική εταιρεία, θυγατρική μίας μεγάλης εταιρεία που τότε δούλευα κι εγώ δίνοντάς τους κανένα τζινγκλάκι για τα σποτ, που ακόμη ήταν στα σπάργανα. Σε αυτή την εταιρεία, δούλεψα μετά κι εγώ ως διευθυντής δημιουργικού».

Λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει καριέρα στελέχους και να πλουτίσει ο Μήτσος! «Ναι, θα μπορούσα, αλλά εγώ δεν το έκανα! Ασχολούμουνα με τα μουσικά, ενώ για την εταιρεία έπρεπε να δουλεύω ως και 18 ώρες το 24ωρο, γιατί είχα και τα οπτικά και τα ηχητικά, τα μουσικά και περνούσα ώρες και στο γραφείο. Γιατί είχες μία ομάδα, έχεις κειμενογράφους, φωτογράφους, διάφορα που πρέπει να συντονίσεις. Τώρα, 18 ώρες, πόσα 24ωρα μπορείς να αντέξεις. Κράτησα περίπου έναν χρόνο. Αυτά τα χρήματα κρατήσαν μέχρι τη μέση. Τώρα είχα μείνει με ένα μισό LP. Άλλαξε στο μεταξύ κι ο διευθυντής στην Columbia, άντε να βρεις άκρη. Με φωνάζει τότε κι ο Γιάννης ο Κιουρτσόγλου με τον οποίον ήμασταν μαζί και στους MGC, το καλοκαίρι του ‘69. Κι ήτανε ένα κομμάτι κι εδώ ήμουν τυχερός μέσα στην ατυχία μου, που ήτανε να το πει ο Θέμης ο Ανδρεάδης και μόλις είχε πάθει ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και παρ’ ολίγο να χάσει την όρασή του ο άνθρωπος. Ευτυχώς τώρα είναι καλά. Είμαστε φίλοι από μακριά, δεν έτυχε να γνωριστούμε μέσα από τον ‘πολιτισμό της παρέας’ ή τουλάχιστον αυτού του είδους της παρέας της τότε παρέας».

Ο κατά Παλούκιον ρόλος της μουσικής

Αυτή την εικόνα της καλοβολεμένης κοινωνίας πάντοτε σατίριζε και ο Μήτσος και στα τραγούδια του ή όπως λέει ‘έστω εν πάση περιπτώσει μία προειδοποίηση’. Για τον Μήτσο η μουσική είναι ταυτόχρονα διασκέδαση και αφύπνιση. «Είναι όλα αυτά μαζί. Αλλά πρώτα απ’ όλα η μουσική είναι παρηγοριά. Από εκεί και πέρα είναι μία δύναμη που θα σε βοηθήσει να σηκωθείς, να δουλέψεις, να ξαναευχαριστηθείς, να ζήσεις κι, άντε, άμα σου τύχει να ξαναστενοχωρηθείς, πάλι να σε παρηγορήσει. Και να σε εμπνεύσει κιόλας, να ερωτευθείς, να ζήσεις τη ζωή, αυτό είναι η μουσική. Ψυχαγωγία διασκέδαση σκέτη, άντε μία, δυο, τρεις γίνεται βαρετό κατόπιν». 

Όπως άλλωστε τονίζει ο ίδιος: «Πάντα η στάση μου ήταν δεικτική». Αλλά, από πού ξεκινάει όμως, αυτή η δεικτική του, «Αριστοφάνη και ακόμη καλύτερα Διογενική» τάση του; Είναι μία συνειδητή στάση ή πηγάζει από το γεγονός ότι υπήρξες και ποιητής, σε μία γενιά όπου ανακάλυπτε την πρωτοποριακή ποίηση, τους μπήτνικς η ειρωνεία εμπεριεχόταν στην κοινωνική κριτική;

«Ότι και να έκανα η μουσική πάντοτε ήταν στο κάδρο των δραστηριοτήτων μου, είτε φυσικών, είτε πνευματικών, δραστηριοτήτων μου».

Όσον αφορά τις μουσικές προτιμήσεις και την ανταπόκριση που έχει πια το ροκ στους νέους ο Μήτσος είναι μεν αφοριστικός (στο λακωνίζειν), αλλά διόλου αφοριστικός στην κρίση του για τις προτιμήσεις: «Στη μουσική είναι όπως τον βαρέσει τον καθένα στο Δοξαπατρί. Συνήθως η μουσική που μας μένει πιο οικεία και που ανατριχιάζουμε είναι οι μουσικές που ακούμε κάπου μεταξύ 13 και 18 ετών. Είναι η μουσική που μας αρέσει να έχει και γρήγορα και πιο αργά κομμάτια κι εάν το αναλογισθεί κανείς είναι χρόνια που μας έχουν σημαδέψει».

Φωτ.: Κωνσταντίνος Σαλασίδης

Με μεγάλη κατήφεια δε, παρατηρεί ότι, ενώ παλιά τα δημοφιλή τραγούδια, όσο και «ανάλαφρα» να ήταν, κρατούσαν παρέμεναν στα χείλη και τη μνήμη του κόσμου πολύ καιρό, ενώ σήμερα ποια τραγούδια διαρκούν;

«Σχεδόν κανένα ή ελάχιστα. Αλλά δεν βγαίνουν κιόλας τραγούδια που μπορούν να έχουν αυτό το στοιχείο της διάρκειας. Κι εν πάση περιπτώσει δεν είναι εύκολο για κάποιους να ακούσουν και να σταθούν σε κάτι. Έχουν γίνει όλα εύκολα (τονίζει με έμφαση στον λόγο του), όπως λένε και στις διαφημίσεις. Όλα πιο φτηνά κι όλα πιο εύκολα. Παγίδα».

Ο ρόλος της παρέας

Και ο Μήτσος βρίσκει πως είναι ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας η παρέα για τη δημιουργία και την έμπνευση. «Και τώρα έχουμε παρέες, αλλά είναι άλλου τύπου. Τώρα έχουμε πέσει στα ραπ, χιπ χοπ, στα τραπ κι αυτά».

Και για τη ραπ ή το τραπ, τι σκέπτεται: «Κοίτα», μας λέει σκωπτικά, «κι εμείς είχαμε ένα άλλου είδους ραπ, δες το ‘Μωρό μου” (στον δίσκο Μεταφοραί ο Μήτσος). Όσο για το έντεχνο: προτιμώ την καψούρα των σκυλάδικων, παρά την κλαψούρα των άλλων, γιατί οι πρώτοι είναι πιο ορίτζιναλ, δε σου βάζουν λόγια ποίηση για να την κρύψουν».

Ποιες είναι οι συνεργασίες και οι μουσικοί που ξεχωρίζει; «Κοίτα να δεις, με φίλους ή, εάν θέλεις, φιλικές γνωριμίες κι άτομα έχω παίξει και τραγουδήσει μαζί. Έ, με κάποιους από αυτούς γνωριζόμαστε χρόνια, με τον (Δημήτρη) Πολύτιμο είμαστε μαζί από τότε που ξέρω, πχ τον Ακριθάκη ξέρω κι αυτόν, από το 56-57. Αυτοί ήταν μεγαλύτεροι από εμένα, ο Πολύτιμος δέκα χρόνια, όλοι αυτοί: ο Κουτρουμπούσης, ο Δενέγρης, ο Μακρής κι ο Ηλίας ο Πετρόπουλος ακόμη πιο μεγάλοι. Ο Ταχτσής. Είχε πλάκα ο Ταχτσής».

Ο Ταχτσής είναι στο κέντρο μιας άλλης περιόδου της δημιουργίας του Πουλικάκου, ελάχιστα γνωστή σε πολλούς από τους ‘ακολούθους του’. Τότε που η ομάδα της ελληνικής πρωτοπορίας στην ποίηση, τη λογοτεχνία, τα εικαστικά, γύρω από τον Νάνο Βαλαωρίτη έβγαζαν το περιοδικό «Πάλι».

«Όταν πρωτοβγήκε το περιοδικό ο Ταχτσής ούτε καν δεν ήταν καν στην πρώτη ομάδα. Απλά, κάποια στιγμή επειδή θα έλειπε ο Νάνος, είπαμε η ομάδα να αναλάβει ο Ταχτσής, ο οποίος είχε και πείρα. Ήταν να το αναλάβει είτε ο Ταχτσής, είτε η Αραβαντινού. Και γι’ αυτό είχε φύγει η Μαντώ γιατί δυσαρεστήθηκε λιγάκι, αλλά ο Ταχτσής είχε βγάλει ωραίο τεύχος, εκείνο το διπλό, νομίζω. Όλα εκείνα τα έξι τεύχη μετά τα βγάλαμε όλα σε έναν τόμο».

Ποιο είναι το πραγματικό underground στην Ελλάδα κατ’ αυτόν, εξόν βέβαια από τον Χρηστάκη; «Αυτός, όπως κι άλλα άτομα, όπως ο Αλέξης ο Ταμπουράς, ο Κώστας ο Θεοφιλόπουλος, η Μαρία Μήτορα. Αλλά αυτά είναι σχετικά. Όπως και στη μουσική, το ροκ δεν είναι ένα πράγμα, υπάρχουν λογιώ λογιώ, πχ οι Ramones είναι ρεπουμπλικάνοι, οι Grateful Dead , άλλο πράγμα. Ώσπου να γίνουν όνομα ήταν off beat. Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας».

Ο θείος Τάκης και η ηθοποιία

Μέσα στις ασχολίες του προέκυψε και η ηθοποιία. «Ήλθε φυσικά, γιατί εμείς μεγαλώσαμε μέσα στον κινηματογράφο. Μεταπολεμικά είχαμε έναν θείο, μεγαλοθείος μάλλον, αυτός ήταν αδελφός της γιαγιάς μου απ’ τη μερια της μάνας  μου, ο μπαρμπα-Τάκης -τώρα το σκέφτομαι, γιατί εκείνην την ώρα δεν το συνειδητοποιείς, το γκρουπ που έχουμε τώρα λέγεται ‘Γειά σου Τάκη”, υποσυνείδητα προέρχεται κι από εκεί. Ο μπαρμπα-Τάκης, λοιπόν, με πήγαινε σινεμά, στην παρέλαση. Αλλά το σινεμά με είχε συνεπάρει και μεγαλώνοντας είχε γίνει μεγάλο μέρος της ζωής της δικιάς μου και της γενιάς μου. Οπότε πάντα υπήρχε  το σινεμά μέσα μου».

Για το σινεμά και τις ταινίες είχε πολλά να πει ο Μήτσος: «Με είχε πάει ο μπαρμπα-Τάκης ένα καλοκαίρι στο Αελλώ, να δούμε το ‘Κλέφτης Ποδηλάτων’ -παλιά τα έδειχνε η τηλεόραση, τώρα για να δεις κάτι τέτοιο πρέπει να είσαι σινεφιλ- που λένε. Και πάει από το κακό στο χειρότερο. Βάζουν βέβαια κάποια ντοκιμαντέρ, αν κι αυτά μερικά έχουνε και κάποια διαστροφή μέσα τους».

Η συνέχεια είναι γνωστή: χάρις στο μικρόβιο που του κόλλησε ο θείος Τάκης, ακολούθησαν πλήθος οι ταινίες όπου συμμετείχε, από τους «Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας», τη «Ρεβάνς», το «Λούφα και Παραλλαγή», το «Άρπα Κόλλα», «Οι Απέναντι» και την τηλεοπτική σειρά σταθμό «οι Αυθαίρετοι».

Επίλογος

Αλλά τι θα έλεγε σήμερα στους νέους, γενικά στον κόσμο ο Μήτσος; Έχει άλλωστε καταφέρει το κοινό του να μην περιορίζεται μόνο στους ροκάδες, αλλά και να τον παραδέχονται, αποδέχονται και παρακολουθούν κι από όλα τα κοινωνικά στρώματα και τα μουσικά κοινά.

«Το ξέρω, μα δεν απευθύνομαι και δε με νοιάζει ποιος είναι. Μιλάω σε όλους με τον ίδιο τρόπο, σε όλους, σε όλες, σε όλα. Απ’ όπου και να είναι, ό,τι και να είναι. Όποια φυλή, όποιο φύλο. Αυτό και μόνο φτάνει. Ίσα ίσα μ’ αρέσει κι όλα. Και γι’ αυτό ρώτησα κι εσένα πού είσαι και τι κάνεις. Δεν κάνω διακρίσεις». Γενικά όπως παρατηρεί ο ίδιος «Πάντοτε ήμουν τυχερό παιδάκι».

Και την κατάσταση σήμερα πώς να τη βλέπει άραγε: «#Gamiseta. Από πάσης απόψεως, anything goes. Πουλιέται; Δώστε το. Τώρα με την Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν χρειάζεται και τίποτε άλλο. Βέβαια, εάν θα μείνεις άνεργος, ποιος θα σου δώσει να φας; Η Τεχνητή Νοημοσύνη; Εκτός εάν θα υπάρχουν ρομποτάκια που θα έρχονται να σε ταΐζουνε και θα σου δίνουνε κι ένα 50ρικο χαρτζιλίκι. Άμα υπάρχει τέτοιος μηχανισμός ποιος ο λόγος και να υπάρχει χρήμα. Το χρήμα δεν θα είναι τίποτα, θα στο δίνει για πλάκα, για να το δίνεις στον παγωτατζή να πάρεις παγωτό για τα παιδιά. Άστα, γάμησέ τα, Gamisseta και #Ας προσέχαμε. Αυτό με ελληνικά γραμμένο και χωριστά τη μία λέξη από την άλλη. Ενώ το άλλο μία λέξη και με δύο SS  για να παραπέμπει και προς τα Ες Ες, γιατί δουλεύουμε με τα σύμβολα πολύ και με τους υπαινιγμούς και τους γρίφους. Αναγκαστικά δηλ. για να περνάς κάποια μηνύματα. Γιατί περί λογικής δεν υπάρχει τίποτα».

Πιστεύει όμως ότι μπορεί να κάνουμε μία αντίσταση και να περάσει στον κόσμο;

«Πιστεύω πως αυτές οι διαφορές που ονομάζουμε αριστερά, δεξιά, ακραίο κέντρο, τίποτε δεν ισχύει. Δεν  μου λέει τίποτα, πιστεύω ότι όλα είναι θέμα νοοτροπίας και η νοοτροπίες είμαι διαχρονικά και διαταξικά πράγματα και ειδικά στις μέρες μας όσο πάει και περισσότερο ισχύει αυτό το πράγμα. Αν δεν αλλάξει νοοτροπία ο άνθρωπος, του οποίου δυστυχώς ένα από τα εγγενέστερα χαρακτηριστικά του είναι η βλακεία, που φτάνει μέχρι κτηνωδίας, δεν πρόκειται κάτι να αλλάξει. Δεν πάμε καθόλου καλά . Και πώς να πάμε καλά αφού στη βλακεία, που  είναι από τις εγγενέστερες ιδιότητες στη φύση του ανθρώπου, υπάρχουν και τα διάφορα συστήματα που τα οποία έχουν επιλεγεί για να κυβερνήσουν τον κόσμο, τα οποία όλα μπάζουνε, χάνουνε  λάδια. Ερμήνευσέ το όπως θες, εγώ το πιστεύω κυρίως διότι δημιουργούν μηχανισμούς που δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους  τα ανθρώπινα συναισθήματα: δεν μπορείς να βγάζεις σε πλειστηριασμό το σπίτι του άλλου, βλέπεις δεν είναι μαικήνας, είναι μία γριά γυναίκα, ένα παιδί ανάπηρο. Μου λες ότι ίσως κάνει το καθήκον του: για να πούμε ένα αστείο, δεν είναι καθήκον, είναι καθίκι απλώς. Δεν μπορεί να έχεις ευνουχιστεί τόσο από συναισθηματικής απόψεως και να είσαι τόσο ψυχρός ώστε να το κάνεις. Θα μου πεις βέβαια και τι να κάνει: να παραιτηθεί; τότε θα έλθει ένας άλλος, κι έπειτα ένας άλλος κι εκεί επανέρχομαι: ας προσέχαμε».

ΠΗΓΗ: kosmodromio.gr

Διαφήμιση

Κοινοποιήστε:

Διαφήμιση

Δημοφιλή

Διαφήμιση

Περισσότερα Νέα

Γιατί το “μετά” του Ιράν αφορά την Ελλάδα άμεσα

Οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί, μεταμελημένοι φασίστες, θαυμάζουν την ισραηλινή πολεμική...

Μέση Ανατολή: Οι ΗΠΑ βομβάρδισαν το νησί Χαργκ – Απειλές του Ιράν για αντίποινα

Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πλήγματα σε στρατιωτικούς στόχους στο νησί...

Σκάνδαλο υποκλοπών: Η σαπίλα είναι όση και η “αριστεία” τους

*Του Νίκου Μπογιόπουλου - Η δυσωδία του σκανδάλου των...
Διαφήμιση