Ο σπουδαίος τραγουδιστής μιλάει για τους κορυφαίους δημιουργούς που συνάντησε στην πορεία του με αφορμή το αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο.
*Συνέντευξη στον Αντώνη Μποσκοΐτη
Δεν υπάρχει περίπτωση να πας να δεις live τον Μανώλη Μητσιά, όπου και όποτε εμφανίζεται, και να μην περάσεις καλά. Το μοναδικό παράπονο με το οποίο ενδεχομένως θα φύγεις είναι να μην έχεις ακούσει όλα όσα θα ήθελες απ’ τα χείλη του και την ψυχή του. Διότι, κακά τα ψέματα, τον μεγάλο τραγουδιστή ή τον αυθεντικό ερμηνευτή δεν τον κάνει μόνο η καλή φωνή, αλλά κυρίως οι επιλογές.
Ο Μανώλης Μητσιάς ευτύχησε και στα δύο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 που ξεκίνησε δεν υπήρξε σημαντικός δημιουργός που να μην έγραψε για τη φωνή του: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Γκάτσος, Κηλαηδόνης, Μούτσης, Ακης Πάνου, Λεοντής, Λευτέρης Παπαδόπουλος – ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Επειτα είναι και οι επιλογές που λέγαμε, αφού για τον Μητσιά ισχύει απόλυτα κάτι που λέγεται και που του δημιουργεί φυσική συστολή το άκουσμά του. Είναι ο μόνος Ελληνας τραγουδιστής που δεν έχει κάνει την παραμικρή έκπτωση σε μια καριέρα 55 χρόνων, λειτουργώντας κάπως σαν περιπατητής πλάι στη θάλασσα.
Μα, έχει όντως τραγουδήσει την άμμο της θάλασσας αυτός ο άνθρωπος «γλιτώνοντας με το τραγούδι του τον κόσμο απ’ τα ψυχιατρεία», κατά πώς θα έλεγε και ο μέντοράς του Βασίλης Τσιτσάνης. Αφορμή γι’ αυτήν τη συνέντευξη είναι η συναυλία του με έργα του Νίκου Γκάτσου στο Μέγαρο Μουσικής.
Είστε από τους ερμηνευτές που δεν έχουν κάνει εκπτώσεις σε μια καριέρα πολλών δεκαετιών. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατηθεί αυτή η συνέπεια;
Πάρα πολύ δύσκολο, αν υποτεθεί πως πάντα θες να λες καλά τραγούδια, ποιοτικά. Υπήρξαν περίοδοι που εγώ τραγουδούσα την «Αθανασία» ή τον «Χειμωνιάτικο ήλιο» και οι μαγαζάτορες στις μπουάτ της Πλάκας δυσανασχετούσαν. Μιλούσαν με τρομερά απαξιωτικά λόγια για τον «Χειμωνιάτικο ήλιο», ας πούμε, ζητώντας μου να λέω μόνο γνωστά λαϊκά τραγούδια. Ηθελαν εμπορικά τραγούδια, άρα, ναι, ήταν δύσκολη κατάσταση.
Βέβαια, ο «Χειμωνιάτικος ήλιος» είχε βγει το 1987-88 κι εσείς από το ’85 είχατε κάνει μεγάλη επιτυχία με τα τραγούδια του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου.
Βεβαίως. Και τον Κραουνάκη όμως για να τον πλασάρουμε στις εταιρείες είδαμε και πάθαμε. Δεν εμπιστεύονταν εύκολα τους νέους δημιουργούς. Ξέρετε τι είναι να ακούς «τι άσχημο τραγούδι είναι αυτό;», το οποίο όμως μετά γινόταν επιτυχία; Ολα έχουν ένα ρίσκο λοιπόν κι έτσι απαιτείται μεγάλη υπομονή από τον τραγουδιστή.
Αφορμή γι’ αυτήν τη συζήτηση είναι η βραδιά-αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο τον Φεβρουάριο στο Μέγαρο Μουσικής.
Ειδικά στο αφιέρωμα στον Γκάτσο, στο δεύτερο μέρος, θα τραγουδήσω τραγούδια από τη δισκογραφία μου με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ στο πρώτο θα ακουστούν τραγούδια σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Κυκλοφόρησαν την 21η Απριλίου 1967 και αποσύρθηκαν την ίδια μέρα. Τα έβρισκες όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ο κόσμος δεν τα πολυήξερε. Αναλαμβάνω εγώ τώρα να τα ξαναβγάλω στην επιφάνεια.
Πιθανώς αναφέρεστε στα «Θαλασσινά φεγγάρια», τον κύκλο τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη και του Νίκου Γκάτσου.
Ακριβώς. Είναι τραγούδια που οι στίχοι τους γράφτηκαν από τον Γκάτσο, για ειδικό σκοπό ας πούμε, για να αποδοθούν από τις φωνές του Μπιθικώτση, της Μοσχολιού και της Φαραντούρη. Τα έχουν πει τόσο εκπληκτικά και οι τρεις τους που δεν ξέρω αν θα τα πω εγώ τώρα το ίδιο καλά, θα είναι λίγο δύσκολο. Το θέμα είναι όμως να ξανακουστούν όλα μαζί συγκεντρωμένα και ο κόσμος να καταλάβει τι ήταν και τα τραγούδια αυτά.
Εχετε ακούσει την ιστορία ότι ο Γκάτσος έβαζε κρυφά στην τσέπη του Θεοδωράκη στίχους του για να μη «ζηλέψει» ο Χατζιδάκις;
Ε, καλά, ναι, αυτά γίνονταν στους καφέδες τους. Δεν ήμουν ποτέ μπροστά, αλλά ξέρω τι λέτε, μου τα είχαν πει και ο Γκάτσος και ο Μίκης. Ετσι είχε δώσει ο Γκάτσος στον Μίκη το «Σε πότισα ροδόσταμο», ένα απ’ τα γνωστότερα τραγούδια τους.
Θυμάστε πότε έγινε η πρώτη γνωριμία σας με τον Γκάτσο;
Τον συνάντησα για πρώτη φορά το 1969 στο στούντιο της Columbia όταν θα τραγουδούσα ένα τραγούδι του σε μουσική του Δήμου Μούτση για μια ταινία του Κώστα Καραγιάννη. Πρόκειται για το «Μ’ ένα παράπονο».
Αναφέρεστε στο «Ενας μάγκας στα σαλόνια» με Γιάννη Βόγλη και Μέμα Σταθοπούλου.
Ετσι ακριβώς. Μπήκε ο Γκάτσος στο στούντιο, ψηλός, όμορφος, ευθυτενής. Ζήτησε από τον Καραγιάννη να διαβάσει το σενάριο για να γράψει τα τραγούδια. Θυμάμαι τα λόγια τους: «Πες μου, βρε Κώστα, πώς πάει το σενάριο». Και ο Καραγιάννης τού απάντησε: «Τι να σου πω, Νίκο μου, αυτός είναι ένας βλάκας νησιώτης κι αυτή μια ξιπασμένη Αθηναία». Η μόνη φράση που του είπε ο Γκάτσος ήταν: «Κατάλαβα, κατάλαβα»… Τίποτε άλλο (γέλια). Βάσει λοιπόν αυτής της σύντομης κουβέντας τους, ο Γκάτσος έγραψε το «Μ’ ένα παράπονο» και το «Αύριο πάλι», δηλαδή μεγάλα τραγούδια.
Σας λείπουν μορφές όπως του Γκάτσου;
Ο Γκάτσος ειδικά πάρα πολύ. Και ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης βέβαια, αλλά ο Γκάτσος πάρα πολύ. Τον είχα σαν πατέρα μου, τον ρωτούσα για ό,τι ήθελα και είχα το προνόμιο να τρώω στο τραπέζι του και να πίνω έναν καφέ μαζί και με τον Χατζιδάκι. Ολα ήταν έργα Γκάτσου. Τον ρωτούσα πάντα για όποια αμφιβολία είχα στη ζωή μου, αλλά δεν μου έδινε λύσεις αυτομάτως. Κατέληγε στο «Εσύ ξέρεις». Ποτέ δεν νουθετούσε, απλά σε καθοδηγούσε με τον τρόπο του.
Διέθετε κάτι που τον είχε αναγάγει σε «αρχηγό» μεταξύ των παρεών του. Αυτό μου έχουν πει κατά καιρούς όλοι όσοι τον συναναστράφηκαν.
Ισχύει, ακόμη και ο Μάνος άκουγε τι θα έλεγε ο Γκάτσος πριν απ’ όλους τους άλλους. Ηταν καταπληκτικός άνθρωπος, δεν πιστεύω πως θα ξαναβγεί άλλος σαν αυτόν. Και το λέω πάντα με επίγνωση για μια προσωπικότητα τέτοιου διαμετρήματος.
Φαντάζομαι ότι τα αφιερώματα θα γίνονται με την απόλυτη έγκριση της κληρονόμου του Αγαθής Δημητρούκα.
Εξυπακούεται. Ποτέ δεν κάνω κάτι αυθαίρετα.
Θέλω να σας ρωτήσω τώρα για τη στάση του Γιώργου Χατζιδάκι στο θέμα της παγκόσμιας περιοδείας των Μποφίλιου – Χαρούλη που τελικά ακυρώθηκε.
Το γνωρίζω. Κοιτάξτε, ο Χατζιδάκις πάντα ήθελε οι τραγουδιστές να παίρνουν την άδειά του και κυρίως να αποδίδονται τα τραγούδια του πάντα με έναν συγκεκριμένο τρόπο που πάλι ο ίδιος ήθελε. Γι’ αυτά και μόνο είχε δίκιο ο Γιώργος Χατζιδάκις. Μερικοί, λόγου χάρη, παίρνουν τα τραγούδια του Χατζιδάκι και τα βάζουν σ’ ένα μίξερ τραγουδιών χωρίς να καταλαβαίνουν ότι αυτό τελικά δεν είναι Χατζιδάκις. Αυτή είναι η διαφορά. Ο Χατζιδάκις και τώρα ο γιος του θέλουν τα τραγούδια του να αποδίδονται μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Πρόσφατα κάνατε μια δήλωση ότι σκέφτεστε να σταματήσετε το τραγούδι.
Το είπα σε μια περσινή εκπομπή πάνω σε μια φάση εκνευρισμού μου. Βεβαίως και θα το εγκαταλείψω το τραγούδι, όχι αύριο, αλλά σ’ έναν χρόνο από τώρα…
Σ’ έναν χρόνο; Η φωνή σας βρίσκεται σε καλά επίπεδα.
Δεν ξέρω, αλήθεια… Νιώθω ξένος προς την εποχή μου. Οι νέοι πια δεν ακούν τα τραγούδια που λέγαμε τότε. Απλούστατα οι νέοι σήμερα θέλουν άλλα πράγματα, ενώ δεν υπάρχουν οι μεγάλοι δημιουργοί, αυτοί που εμείς τραγουδήσαμε. Βγαίνουν νέα άτομα που δίνουν βάση σε λόγια εύκολα, «μ’ αγαπάς – σ’ αγαπώ», και σ’ ένα μπιτ. Προσωπικά νιώθω λίγο άβολα μέσα σ’ όλο αυτό. Μακάρι να κάνω λάθος, μα αυτή την εντύπωση έχω.
Πριν από λίγες μέρες τραγουδήσατε στο Παλλάς τα λαϊκά του Θάνου Μικρούτσικου.
Να μια άλλη μεγάλη απώλεια, ήθελα να το πω αυτό. Ο Θάνος ήταν ένας εκπληκτικός συνθέτης που μας φανέρωσε σπουδαίους ποιητές και η μουσική του ήταν πολύ σύγχρονη και μάλλον πιο μπροστά απ’ την εποχή της, γι’ αυτό και αντέχει μέχρι σήμερα.
Αληθεύει πως το «Ερωτικό (Με μια πιρόγα)» σε στίχους του Αλκη Αλκαίου ηχογραφήθηκε τυχαία με τη φωνή σας;
Κυκλοφορούσε η φήμη ότι ο Θάνος είχε γράψει τη μουσική και δοκίμαζε το τραγούδι με διάφορους συναδέλφους. Τυχαία με έπιασε ένας μουσικός και μου είπε: «Σε θέλει αύριο ο Θάνος να πεις την “Πιρόγα”». Απάντησα «να τη μάθω πρώτα». Εκατσε εκείνος και μου έπαιξε το κομμάτι, το έμαθα, και ακριβώς την επόμενη μέρα βρέθηκα στο στούντιο, όπου είπα το τραγούδι μιάμιση φορά. Μισή φορά το είπα για να μου πάρει τον τόνο ο τεχνικός του στούντιο. Ακούω ξαφνικά ένα «στοπ», σκέφτηκα «βλακεία θα έκανα», με παρακίνησε όμως να το πω άλλη μία όλο και αυτή ακριβώς η εγγραφή κρατήθηκε.
Είχατε διαβλέψει την επιτυχία που σας ακολουθεί σχεδόν 45 χρόνια από τότε;
Μου άρεσε πολύ απ’ την αρχή αυτό το κομμάτι. Είχα διαβλέψει τη διαχρονικότητά του, γι’ αυτό και με την «Πιρόγα» άλλαξα εταιρεία. Είχα συμβόλαιο με την Columbia, αλλά μου είπαν πως, αν ήθελα να πάω στην τότε CBS, θα έπρεπε να κάνω «σφήνα» έναν δίσκο με ρεμπέτικα. Ηταν τραγούδια διαλεγμένα από την εταιρεία, «Παλιά ρεμπέτικα» λεγόταν το άλμπουμ, όπου κι εκεί πάλι έκανα σουξέ. Ετσι μπόρεσα να περάσω στην άλλη εταιρεία και να συμμετάσχω στο «Εμπάργκο» του Θάνου.
Μιλάμε για δισκογραφικές εταιρείες, άλλο ένα νευραλγικό ζήτημα της εποχής μας.
Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πια. Λέγαμε από παλιά ότι φταίνε οι εταιρείες, αλλά δυστυχώς ήταν το αναγκαίο κακό. Κάνανε πολλά λάθη, προέβαλλαν άτομα και τραγούδια που δεν άξιζαν, σήμερα ωστόσο δεν υπάρχει καμιά εταιρεία για να προβάλλεις τη δουλειά σου, ένα καινούργιο τραγούδι. Υπάρχει έλλειμμα, επαναλαμβάνω όμως πως τότε ήταν αναγκαίες οι δισκογραφικές.
Είπαμε πριν ότι η φωνή σας δεν έχει υποστεί μεγάλη φθορά από τον χρόνο. Να υποθέσω πως αν αφήσετε το τραγούδι θα το κάνετε κυρίως για ψυχολογικούς λόγους;
Ακριβώς αυτό. Εκτός από κάποιες απογοητεύσεις που ένιωσα, σε λίγο θα συμπληρώσω εξήντα χρόνια. Είναι πολλά τα χρόνια για να τραγουδάει κανείς. Μπορεί να λείψω, το ξέρω, αλλά θα κάνω αραιές εμφανίσεις, γιατί και μένα θα μου λείπει ο κόσμος, οι φίλοι μου. Εντάξει, δεν είμαι μόνο εγώ σ’ αυτήν τη θέση.
Και τι γίνεται στην ψυχή ενός καλλιτέχνη όταν σταματά η επαφή του με το κοινό;
Θα βρίσκεται με τους φίλους του και θα συζητά για διάφορα άλλα πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του. Διάβασμα επίσης. Είναι κάτι που μπορεί να του έλειψε μέσα στις τόσες υποχρεώσεις του.
Όταν είχε βασανιστεί από τη χούντα
Τον Σεπτέμβριο του 1967, μη έχοντας δουλειά στην Αθήνα, ο 21χρονος Μανώλης Μητσιάς ξανανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να τραγουδήσει σε μια μπουάτ. Εμπλεξε όμως με τους Λαμπράκηδες, που ήθελαν μάλιστα όταν θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθεσης να γκρεμίσουν τον στύλο της ΔΕΗ για να προκαλέσουν συσκότιση. Η Ασφάλεια τους πήρε είδηση, συνελήφθησαν, δικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Ο Μητσιάς συγκεκριμένα αποφυλακίστηκε ύστερα από τρεις μήνες. Η αρχική ποινή του ήταν τέσσερα χρόνια με αναστολή. Συνολικά ήταν 41 κατηγορούμενοι, αφού τότε είχε δολοφονηθεί κι ένας φοιτητής, επομένως οι χουντικοί έστησαν το δικαστήριο για να δικαιολογήσουν τη δολοφονία. Ανάμεσα στους κατηγορούμενους ήταν και βουλευτές της Αριστεράς, όπως ο δικηγόρος Σπύρος Σακέτας, στενός φίλος του τραγουδιστή. Σύμφωνα με συνέντευξη του Μητσιά στον γράφοντα (Μάιος 2020), η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης ήταν πολύ άγρια το 1967. Εφαγε πολύ ξύλο σ’ ένα πολύ μικρό κελί όπου δεν μπορούσες καν να μετακινηθείς. Πάντως, δεν μετάνιωσε ποτέ γι’ αυτή την αντιστασιακή του δράση, έχοντας κιόλας το ψυχικό σθένος να συγχωρέσει τους βασανιστές του. Βγαίνοντας από τη φυλακή άρχισε να τραγουδά στην μπουάτ 107 της Θεσσαλονίκης. Από εκεί τον άκουσε ο Πατσιφάς της Lyra και τον έφερε στην Αθήνα.
INFO
Η συναυλία «Θαλασσινά φεγγάρια μακρινά, στους ουρανούς του Νίκου Γκάτσου» θα γίνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 5 Φεβρουαρίου (21.00)
Φωτογραφίες: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI
ΠΗΓΗ: documentonews.gr
