*Της Μικαέλας Σάβα –
Το μπλακ άουτ στο FIR (Περιοχή Πληροφοριών Πτήσεων) Αθηνών δεν ήταν «ατυχής στιγμή» ούτε τεχνική αστοχία της «κακιάς ώρας». Ηταν η απώλεια της βασικής φωνητικής επικοινωνίας πιλότων – ελεγκτών ύστερα από μαζική παρεμβολή στις συχνότητες, που οδήγησε σε ουσιαστικό κλείσιμο του εναέριου χώρου ευθύνης της Ελλάδας. Και ήταν αρκετό για να φανεί, μέσα σε λίγες ώρες, πόσο εύθραυστο ήταν στην πράξη ένα σύστημα που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως «εκσυγχρονισμένο».
Το πόρισμα που ακολούθησε δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών. Δεν μίλησε για απρόβλεπτο περιστατικό, αλλά για χρόνιες παθογένειες: απαρχαιωμένες υποδομές, κρίσιμα συστήματα άνω των 20 ετών, ελλιπή εφεδρεία και τεχνολογίες που λειτουργούν στα όριά τους. Το μπλακ άουτ δεν προκάλεσε το πρόβλημα· το αποκάλυψε. Κι όμως, τα προηγούμενα χρόνια το επίσημο αφήγημα ήταν διαφορετικό. Δηλώσεις για στρατηγικά πλάνα, αναβαθμίσεις, διεθνείς ελέγχους και συμμόρφωση με τα υψηλότερα πρότυπα ασφαλείας. Δηλώσεις που συνοδεύονταν και από υπέρογκα ποσά. Μόνο σε εθνικό επίπεδο είχαν εγκριθεί πάνω από 170 εκατ. ευρώ για συστήματα επικοινωνιών, πλοήγησης και επιτήρησης. Παράλληλα, μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και του μηχανισμού Συνδέοντας την Ευρώπη (CEF) είχαν εγκριθεί ακόμη δεκάδες εκατομμύρια για έργα που αφορούν ακριβώς τη φωνητική επικοινωνία, την καταγραφή και διαχείριση φωνής, την επεξεργασία δεδομένων πτήσεων, την επιτήρηση και τα ραντάρ.
Και δεν ήταν μόνο αυτά. Ακόμη και μετά τις προειδοποιήσεις και την παραπομπή της Ελλάδας για μη συμμόρφωση με ευρωπαϊκά πρότυπα, εγκρίθηκαν επιπλέον κονδύλια και νέα έργα στο πλαίσιο σχεδίων συμμόρφωσης και εκσυγχρονισμού. Αθροιστικά, τα ποσά που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα συστήματα που κατέρρευσαν ξεπερνούν κατά πολύ τα 300 εκατ. ευρώ. Το Documento καταγράφει ένα προς ένα τα έργα που θα θωράκιζαν την επικοινωνία, τις εφεδρείες και την ανθεκτικότητα του FIR και τα οποία, αν είχαν υλοποιηθεί, θα είχαν αποτρέψει ή τουλάχιστον περιορίσει το μπλακ άουτ. Παράλληλα, φέρνει στο φως και απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία επιβεβαιώνει ότι ακόμη και σύμβαση-κλειδί για κρίσιμο σύστημα επικοινωνίας είχε λήξει χωρίς να ολοκληρωθεί και δεν μπορούσε να τροποποιηθεί νόμιμα.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: τα κονδύλια υπήρχαν σε κάθε φάση· αυτό που δεν υπήρξε ποτέ ήταν το αποτέλεσμα.
Tο πομπώδες αφήγημα
Τον Απρίλιο του 2024 η πρώην υφυπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χριστίνα Αλεξοπούλου εμφανίστηκε καθησυχαστική,έως και θριαμβευτική. Ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, την προμήθεια 100 νέων αυτόματων συστημάτων ισόπεδων διαβάσεων και, κυρίως, τον εκσυγχρονισμό του Συστήματος Διαχείρισης Εναέριας Κυκλοφορίας. Σύμφωνα με την ίδια, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας εφαρμόζει το στρατηγικό πλάνο 2022-2026, με στόχο την αναβάθμιση του εξοπλισμού και την ενίσχυση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Μάλιστα, όπως ειπώθηκε, έχει εγκριθεί προϋπολογισμός 170 εκατ. ευρώ για συστήματα επικοινωνιών, πλοήγησης και επιτήρησης αεροναυτιλίας.
Το αφήγημα ενισχύθηκε με ακόμη πιο αισιόδοξες διαβεβαιώσεις: άμεσες προκηρύξεις για πομποδέκτες τελευταίας εφεδρείας, συστήματα απεικόνισης πληροφοριών, αναβάθμιση οπτικών ινών στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. Μάλιστα, η τότε υφυπουργός υπογράμμισε ότι ο εκσυγχρονισμός έχει τεθεί σε απόλυτη προτεραιότητα και επισφράγισε την εικόνα επιτυχίας σημειώνοντας πως η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος-μέλος που επιθεωρήθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO) το 2023 και βρέθηκε πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο στα διεθνή πρότυπα ασφάλειας. Βέβαια, ο ICAO ελέγχει αν το σύστημα είναι σωστά σχεδιασμένο, όχι αν είναι πραγματικά θωρακισμένο.
Θα περίμενε κανείς ότι αυτή η ζέση των δηλώσεων θα συνοδευόταν από αντίστοιχη πρόοδο στην υλοποίηση. Οτι τα προγράμματα που σχετίζονται άμεσα με την ασφάλεια πτήσεων –και ειδικά με την αποτροπή ενός μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών– θα είχαν ήδη προχωρήσει. Εμείς όμως ανατρέξαμε στα ίδια τα έργα. Κι αυτό που βρήκαμε δεν θυμίζει σε τίποτε την εικόνα «τελευταίας τεχνολογίας» που περιγράφηκε.
Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούνται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Υποδομές μεταφορών, περιβάλλον και αειφόρος ανάπτυξη 2014-2020» και αφορούν ακριβώς εκείνα τα συστήματα που, αν λειτουργούσαν, θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή έστω να περιορίσουν το μπλακ άουτ. Η εικόνα που προκύπτει απέχει παρασάγγας από τις δηλώσεις. Η απορρόφηση των κονδυλίων για τα πιο κρίσιμα συστήματα είναι πρακτικά μηδενική.
Εμειναν στα χαρτιά
Πρώτο και μακράν σημαντικότερο το έργο προμήθειας και εγκατάστασης πομποδεκτών VHF και UHF, ύψους 9,17 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για τη φωνητική επικοινωνία πιλότου – ελεγκτή. Το βασικότερο σύστημα του FIR. Είναι ακριβώς το σύστημα που επηρεάστηκε από τη «μαζική παρεμβολή», όπως περιγράφεται στο πόρισμα. Είναι επίσης το μόνο πρόγραμμα που, αν είχε υλοποιηθεί, θα μπορούσε ρεαλιστικά να αποτρέψει ή έστω να περιορίσει το μπλακ άουτ. Χωρίς VHF δεν υπάρχει έλεγχος, δεν υπάρχουν εντολές, δεν υπάρχει εναέριος χώρος. Κι όμως, η απορρόφηση είναι μηδενική.
Δεύτερο σε σημασία, το έργο συστημάτων επικοινωνιών και καταγραφής φωνής (VCRS), προϋπολογισμού 4,48 εκατ. ευρώ. Είναι το σύστημα που διαχειρίζεται, φιλτράρει και κατανέμει τη φωνή, ενεργοποιεί εφεδρείες και περιορίζει τις παρεμβολές. Αν το VHF είναι η φωνή, το VCRS είναι ο εγκέφαλος. Αλλά, αν δεν έχεις φωνή, ο εγκέφαλος δεν έχει τι να διαχειριστεί. Χωρίς σύγχρονο VCRS, ακόμη και νέα μέσα επικοινωνίας λειτουργούν σε περιβάλλον αυξημένης ευαλωτότητας. Κι εδώ η απορρόφηση παραμένει μηδενική.
Ακολουθούν η προμήθεια και η εγκατάσταση συστημάτων ATIS και VOLMET, ύψους 2,23 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για συστήματα αυτόματης εκπομπής πληροφοριών προς τα αεροσκάφη. Δεν δίνουν εντολές, αλλά μειώνουν δραστικά τον φόρτο των φωνητικών συχνοτήτων. Σε μια κρίση επικοινωνιών κάθε πληροφορία που δεν χρειάζεται να περάσει από τη φωνή είναι κρίσιμη. Η απουσία τους επιβαρύνει περαιτέρω ένα ήδη πιεσμένο σύστημα. Κι εδώ μηδενική απορρόφηση.
Στη συνέχεια η προμήθεια συστημάτων αεροναυτιλίας για τη μετεγκατάσταση της Υπηρεσίας Προσέγγισης Αθηνών στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ), προϋπολογισμού 5,2 εκατ. ευρώ. Το έργο αυτό θα ενίσχυε την ανθεκτικότητα της αρχιτεκτονικής ελέγχου, μειώνοντας την εξάρτηση από ένα και μόνο κέντρο. Σε ένα περιστατικό όπως το μπλακ άουτ, η αποκέντρωση μπορεί να αποτρέψει τη γενίκευση της κρίσης. Κι αυτό το έργο όμως παραμένει ανενεργό.
Τέλος, η προμήθεια συστημάτων επιτήρησης PSR/MSSR Mode-S, ύψους 34,72 εκατ. ευρώ. Τα ραντάρ δεν αντικαθιστούν τη φωνή, αλλά αποτελούν κρίσιμο δίκτυο ασφαλείας όταν η επικοινωνία καταρρέει. Η απουσία τους δεν προκάλεσε το μπλακ άουτ, αλλά η ύπαρξή τους θα το έκανε πολύ πιο διαχειρίσιμο. Κι εδώ η απορρόφηση είναι μηδενική.
Το μόνο έργο που ολοκληρώθηκε πλήρως είναι αυτό της επιτήρησης εδάφους στο ΔΑΑ (MLAT/ ASMGCS/SMR), ύψους 3,89 εκατ. ευρώ. Ενα έργο χρήσιμο, αλλά απολύτως εντοπισμένο στο έδαφος ενός αεροδρομίου και όχι στον εναέριο χώρο που κατέρρευσε.
Το μπλακ άουτ δεν αποκάλυψε μια ατυχία της στιγμής, αλλά το κενό ανάμεσα στις εξαγγελίες και την πραγματικότητα. Οταν το σύστημα δοκιμάστηκε, αποδείχτηκε ότι δεν ήταν έτοιμο.
Ακόμη μία επιβεβαίωση
Η εικόνα της μηδενικής απορρόφησης δεν προκύπτει μόνο από τους πίνακες των έργων, αλλά επιβεβαιώνεται και από εσωτερικά διοικητικά έγγραφα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κρίσιμου συστήματος VCRS. Ο διαγωνισμός για το έργο προκηρύχθηκε το 2017, η κατακύρωση έγινε το 2018 και η σύμβαση υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2019, με συμβατική υποχρέωση ολοκλήρωσης έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2021. Το έργο ωστόσο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Από το 2021 και μετά ακολούθησε μια μακρά περίοδος διοικητικών εμπλοκών, με αλλεπάλληλες επιστροφές του φακέλου χωρίς υπογραφή, αρνητικές γνωμοδοτήσεις επιτροπών και απόπειρες τροποποίησης της σύμβασης εκ των υστέρων. Η κατάσταση κορυφώθηκε το 2025, όταν το Ελεγκτικό Συνέδριο, το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο, με επίσημη πράξη του έκρινε μη νόμιμη την προτεινόμενη τροποποίηση, επισημαίνοντας ότι η σύμβαση είχε λήξει από το 2021 και ότι οι αλλαγές αλλοίωναν το φυσικό και οικονομικό αντικείμενό της. Με άλλα λόγια, ένα από τα πιο κρίσιμα συστήματα για τη φωνητική επικοινωνία πιλότου – ελεγκτή παρέμεινε επί χρόνια θεσμικά και επιχειρησιακά μετέωρο. Τα έγγραφα αυτά καταγράφουν με ημερομηνίες και υπογραφές ότι η μη απορρόφηση δεν είναι σύμπτωση, αλλά αποτέλεσμα παρατεταμένης αδράνειας και φωτίζουν γιατί, όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή, το σύστημα δεν άντεξε.
Κι άλλα εκατομμύρια
Τα στοιχεία από τις συγχρηματοδοτούμενες δράσεις της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) δείχνουν ότι η Ελλάδα είχε στη διάθεσή της κι άλλα εκτεταμένα ευρωπαϊκά κονδύλια για τον εκσυγχρονισμό των πιο κρίσιμων υποδομών διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας. Στο πλαίσιο του Μηχανισμού Συνδέοντας την Ευρώπη (CEF) εγκρίθηκαν έργα δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ενδεικτικά, μόνο η δράση για την προμήθεια νέων συστημάτων επικοινωνιών αέρος – εδάφους και καταγραφής φωνής (VCRS), καθώς και νέου συστήματος επεξεργασίας και απεικόνισης δεδομένων ATM ανήλθε σε περίπου 38,3 εκατ. ευρώ, ενώ η υλοποίηση υπηρεσιών ζεύξης δεδομένων (data link services) χρηματοδοτήθηκε με περίπου 9,1 εκατ. ευρώ. Σε προηγούμενες προσκλήσεις έργα αναβάθμισης ραντάρ, επεξεργασίας σχεδίων πτήσης και συστημάτων επιτήρησης ξεπερνούσαν συνολικά τα 11,5 εκατ. ευρώ.
Τα προγράμματα αυτά δεν ήταν δευτερεύουσες παρεμβάσεις. Αφορούσαν ακριβώς τα υποσυστήματα που καθορίζουν αν ένα FIR μπορεί να λειτουργήσει σε συνθήκες πίεσης: την αξιόπιστη επικοινωνία πιλότου – ελεγκτή, την εφεδρεία πέρα από τη φωνή, την ανθεκτική επεξεργασία δεδομένων και την ασφαλή επιτήρηση. Το γεγονός ότι, παρά τον όγκο των κονδυλίων, το σύστημα κατέρρευσε δείχνει πως το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη χρημάτων, αλλά η αδυναμία να μετατραπούν οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις σε πραγματική επιχειρησιακή αντοχή.
ΠΗΓΗ: documentonews.gr
