*Του Άγγελου Τσέκερη –
Η Ελλάδα του 1936
Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 οι επιπτώσεις της χρηματιστηριακής κρίσης που ξέσπασε το 1929 γίνονταν αισθητές στην Ελλάδα με ιδιαίτερα επώδυνο τρόπο. Καθώς η διεθνής ζήτηση μειώθηκε δραματικά, οι εξαγωγές καπνού και σταφίδας έπεσαν κατακόρυφα και οι τιμές των εν λόγω προϊόντων κατέρρευσαν πλήττοντας εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς και ολόκληρες περιοχές της χώρας που ζούσαν από αυτά. Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη όταν το 1932 η Ελλάδα κήρυξε στάση πληρωμών προς τους εξωτερικούς δανειστές της. Το νόμισμα υποτιμήθηκε, πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν και η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα. Στα εργατικά στρώματα επικρατούσε αναβρασμός και οι κινητοποιήσεις ήταν συχνές και μαχητικές. Οι άνθρωποι δεν είχαν να αγοράσουν ψωμί και ήταν αντιμέτωποι με τη βίαιη είσπραξη των φόρων και την προσωποκράτηση.
Πάνω από την Ευρώπη πλανιόταν ο φασισμός. Ακριβώς το ίδιο συνέβαινε και στην Ελλάδα. Η οικονομική ολιγαρχία στήριζε ανεπιφύλακτα τον φασισμό για να αναχαιτίσει το εργατικό κίνημα. Στις 25 Απριλίου 1936 η Βουλή, ανίκανη να σχηματίσει κυβερνητική πλειοψηφία και έπειτα από παρέμβαση του βασιλιά Γεώργιου, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στον Ιωάννη Μεταξά με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Ο Μεταξάς από την περίοδο του Εθνικού Διχασμού ήταν ο φυσικός ηγέτης του φασισμού στην Ελλάδα. Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 το Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, του οποίου ηγούνταν, είχε πάρει 3,94%. Ωστόσο, φασιστικές ομάδες δρούσαν παντού στην Ελλάδα, μέσα και έξω από τον στρατό. Δρούσαν κυρίως σε βάρος Εβραίων, προσφύγων και συνδικαλιστών και οι ηγέτες τους είχαν τη βαθύτατη εκτίμηση του αστικού πολιτικού κόσμου. Ο κίνδυνος για τη χώρα ήταν ο κομμουνισμός.
Στη Βουλή, το Παλλαϊκό Μέτωπο, συγκροτημένο από το ΚΚΕ, κάποια μικρότερα κόμματα και ορισμένους ανεξάρτητους παράγοντες, διέθετε 15 βουλευτές. Το Παλλαϊκό Μέτωπο προειδοποιούσε για τον φασιστικό κίνδυνο που απειλούσε τη χώρα. Το μόνο που μπορούσε να κλείσει τον δρόμο στον φασισμό ήταν μια κυβέρνηση που θα διέλυε τις φασιστικές οργανώσεις, θα αποκαθιστούσε πλήρως τις πολιτικές και συνδικαλιστικές ελευθερίες και θα έπαιρνε γενναία οικονομικά μέτρα για την ανακούφιση του λαού. Το Παλλαϊκό Μέτωπο δεν βρήκε κανέναν πρόθυμο να συνεργαστεί στη γραμμή αυτή. Οι ιστορικές παρατάξεις των βενιζελικών και των αντιβενιζελικών χειροκροτούσαν όρθιες τον Μεταξά, ανακουφισμένες που είχε βρεθεί πολιτική διέξοδος. Εν τω μεταξύ, στην ύπαιθρο ξεσπούσαν αγροτικά συλλαλητήρια και κινητοποιήσεις και στις πόλεις πολυήμερες απεργίες στα εργοστάσια και σε πολυάριθμούς επαγγελματικούς κλάδους.

Η απεργία των καπνεργατών
Στις 27 Απριλίου 1936, μόλις τέσσερις μέρες μετά την ψήφο εμπιστοσύνης στον Μεταξά, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας. Το βασικό τους αίτημα ήταν οι αυξήσεις στα ημερομίσθια, τα οποία, λόγω της μεγάλης ανεργίας, είχαν κατρακυλήσει σε εξευτελιστικά επίπεδα. Υπήρχαν μάλιστα πολλοί καπνεργάτες, ιδιαίτερα γυναίκες, που δούλευαν χωρίς μισθό, μόνο και μόνο για να κολλάνε ένσημα του Ταμείου Ασφαλίσεως Καπνεργατών και να έχουν δικαίωμα σε ιατρική περίθαλψη. Σχεδόν αμέσως η απεργία επεκτάθηκε στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Ξάνθη, στην Καρδίτσα, στον Βόλο και μέσα σε λίγες μέρες στις περισσότερες περιοχές της χώρας όπου υπήρχε κατεργασία καπνού. Σε πολλές πόλεις κηρύχθηκαν πανεργατικές απεργίες αλληλεγγύης στους καπνεργάτες. Οι απεργοί ξεπέρασαν τις 50.000. Στις 7 Μαΐου στον Βόλο έγιναν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στους απεργούς και στη χωροφυλακή.
Στη Θεσσαλονίκη, στις 8 Μαΐου 1936, στις 10.30 το πρωί, 7.000 απεργοί καπνεργάτες συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία του σωματείου τους. Αφού άκουσαν τις ομιλίες των εκπροσώπων τους, σχημάτισαν διαδήλωση προς το διοικητήριο της πόλης. Στην Εγνατία τους επιτέθηκαν πεζά και έφιππα τμήματα της χωροφυλακής. Συγκρούσεις ανάμεσα σε απεργούς διαδηλωτές και χωροφύλακες έγιναν και σε άλλα σημεία της πόλης. Στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν τις επιθέσεις, οι απεργοί χρησιμοποίησαν πέτρες και τούβλα. Οι χωροφύλακες χτύπησαν στο ψαχνό με όπλα και σπαθιά. Επί τρεισήμισι ώρες στο κέντρο της πόλης γίνονταν μάχες. Δεκάδες απεργοί, άντρες και γυναίκες, τραυματίστηκαν. Στους συνοικισμούς γύρω από τη Θεσσαλονίκη επικρατούσε αγανάκτηση και οι καμπάνες χτυπούσαν. Το ίδιο βράδυ κήρυξαν απεργία οι αυτοκινητιστές, οι τροχιοδρομικοί, οι φορτοεκφορτωτές, οι λιμενεργάτες καθώς και οι σιδηροδρομικοί ολόκληρης της Βόρειας Ελλάδας. Η κυβέρνηση Μεταξά επιστράτευσε τους τροχιοδρομικούς και τους σιδηροδρομικούς αλλά αυτοί συνέχισαν την απεργία τους κανονικά.
Η 9η Μαΐου
Την επόμενη μέρα, 9 Μαΐου 1936, η πόλη είχε νεκρώσει. Πάνω από 20.000 άνθρωποι απεργούσαν. Η χωροφυλακή και ο στρατός κατέλαβαν τους κεντρικούς δρόμους με τεθωρακισμένα, περιπόλους και αντλίες, ενώ σε ορισμένα σημεία έστησαν και πολυβολεία. Οι απεργοί συγκεντρώθηκαν στα εργοστάσια, στα καπνομάγαζα και στα γραφεία των οργανώσεών τους, όπου γίνονταν συνεχώς επεισόδια στην προσπάθεια της χωροφυλακής να τους διαλύσει. Στις 10.30 το πρωί ένα μεγάλο πλήθος απεργών είχε συγκεντρωθεί στους κεντρικούς δρόμους, Βενιζέλου, Ενγατία και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Έφιππη η χωροφυλακή επιτέθηκε να τους διαλύσει πυροβολώντας στο ψαχνό. Οι απεργοί αμύνθηκαν στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας τούβλα και πέτρες. Στο σημείο εκείνο έπεσε ο πρώτος νεκρός, ο απεργός αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Ακόμη δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν στα οδοφράγματα.

Μόλις έγινε γνωστό ότι υπήρχε νεκρός, χιλιάδες απεργοί ξεχύθηκαν στους δρόμους, ενώ ομάδες εργατών άρχισαν να έρχονται από τους συνοικισμούς για να ενωθούν με το πλήθος. Μια λαοθάλασσα κατέκλυσε την Εγνατία με κατεύθυνση το διοικητήριο της πόλης. Μπροστά, εργάτες μετέφεραν το σώμα του Τούση σε μια πόρτα, ενώ σε δύο κοντάρια είχαν αναρτηθεί μαντίλια βαμμένα κόκκινα από το αίμα των σκοτωμένων. Ο κόσμος από τα μπαλκόνια καταριόταν τους δολοφόνους. Στη διασταύρωση Μεγάλου Αλεξάνδρου και Εγνατίας οι χωροφύλακες έριξαν με τα πολυβόλα. Ένα τεθωρακισμένο έπεσε πάνω στον κόσμο, ενώ αστυνομικοί με πολιτικά πυροβόλησαν από παρακείμενα ξενοδοχεία. Ακολούθησε έφοδος των έφιππων τμημάτων που χτύπησαν με σπαθιά. Η Εγνατία γέμισε νεκρούς και τραυματίες. Τμήματα του στρατού που είχαν τεθεί σε επιφυλακή μαζί με τη χωροφυλακή αρνήθηκαν να επιτεθούν εναντίον των διαδηλωτών και σε ορισμένες περιπτώσεις συνεπλάκησαν με τους χωροφύλακες.
Οι διαδηλωτές αποσύρθηκαν έπειτα από μάχη τεσσάρων ωρών. Ο συνολικός απολογισμός ήταν 12 νεκροί και περίπου 300 τραυματίες, από τους οποίους οι 32 πολύ σοβαρά. Στη Θεσσαλονίκη οι καμπάνες χτύπησαν πένθιμα. Στους συνοικισμούς οι χωροφύλακες κλείστηκαν στα αστυνομικά τμήματα για να μην τους λιντσάρει ο κόσμος. Η κυκλοφορία στην πόλη απαγορεύτηκε, αλλά το απόγευμα νέα μεγάλη διαδήλωση με μαύρες σημαίες σχηματίστηκε. Οι χωροφύλακες τώρα ήταν εξαφανισμένοι. Οι στρατιωτικές περίπολοι προσχώρησαν στο πλήθος. Ο κόσμος φώναζε «Κάτω οι δολοφόνοι» και «Κάτω ο Μεταξάς». Στις 10 Μαΐου 1936 περίπου 150.000 άνθρωποι παρακολούθησαν την κηδεία των θυμάτων. Ο στρατός είχε συναδελφωθεί με τον λαό, ενώ οι χωροφύλακες παρέμεναν κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα. Σε πολλές πόλεις της Ελλάδας εκδηλώθηκαν απεργίες και οι εργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία.


Στις 12 Μαΐου οι καπνοβιομήχανοι υποχώρησαν στα περισσότερα οικονομικά αιτήματα των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης και η απεργία λύθηκε. Η κυβέρνηση Μεταξά όμως αρνήθηκε να δεσμευτεί για τη διερεύνηση των γεγονότων και την τιμωρία των υπαιτίων. Στην πόλη εξαπλώθηκε αμέσως ένα κύμα τρομοκρατίας, καθώς άρχισαν μαζικές συλλήψεις και κακοποιήσεις εργατών και συνδικαλιστών.
Η επιβολή της φασιστικής δικτατορίας
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης είχαν προκαλέσει φρίκη και αγανάκτηση στην κοινωνία. Το Παλλαϊκό Μέτωπο ζήτησε να συγκληθεί η Βουλή για να συζητηθούν τα γεγονότα. Το ΚΚΕ με ανακοίνωσή του δήλωσε ότι άμεσο συμφέρον του λαού και της χώρας ήταν να φύγει η κυβέρνηση Μεταξά και να σχηματιστεί κυβέρνηση από τη δημοκρατική πλειοψηφία της Βουλής που θα ικανοποιούσε τα άμεσα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα του λαού. Ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης κατήγγειλε τα αιματηρά γεγονότα και την απάνθρωπη συμπεριφορά της χωροφυλακής, δήλωσε όμως ότι εξακολουθούσε να στηρίζει την κυβέρνηση Μεταξά. Ο Μεταξάς έλεγε ότι η απεργία και τα επεισόδια είχαν υποκινηθεί από τους κομμουνιστές. Πάνω στο πρόσχημα του κομμουνιστικού κινδύνου που δήθεν απειλούσε τη χώρα εργαζόταν ήδη, με τις πλάτες του βασιλιά Γεώργιου και των Άγγλων και με την ανοχή των αστικών κομμάτων, για την επιβολή της φασιστικής δικτατορίας.
Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου, με πρόσχημα μια εικοσιτετράωρη πανελλαδική απεργία που είχε κηρυχθεί για την επόμενη μέρα, ο Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία την οποία με τόση άνεση είχε προετοιμάσει. Ο πολιτικός κόσμος που πίστευε στη νομιμοφροσύνη του αιφνιδιάστηκε, αλλά δεν αντέδρασε. Από την κυβέρνηση, μόλις δύο υπουργοί και ένας υφυπουργός αρνήθηκαν να υπογράψουν τα δύο διατάγματα με τα οποία διαλυόταν η Βουλή. Με τη συναίνεση του παλιού πολιτικού κόσμου η χώρα παραδιδόταν στον φασισμό, στον χαφιεδισμό, στην τρομοκρατία και στη διαφθορά προκειμένου να σωθεί από τον κομμουνισμό. Λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας τα μπουντρούμια της Γενικής και της Ειδικής Ασφάλειας ήταν ήδη γεμάτα από πολιτικούς και συνδικαλιστές τους οποίους ο Μεταξάς φοβόταν και σχεδίαζε να εξουδετερώσει.
Επιμέλεια: Αγγελος Τσέκερης
Σημ. : Οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1995 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία και στη στήλη «Ο ιός της Κυριακής» και προέρχονται από το αρχείο του δημοσιογράφου Γ. Ζιούτου.
ΠΗΓΗ: avgi.gr
