Ρεπορτάζ: Ανδρέας Πετρόπουλος –
Οριακά πάνω από τα 900 ευρώ μεικτά θα διαμορφωθεί ο κατώτατος μισθός από την 1η Απριλίου, με τις κυβερνητικές ανακοινώσεις να αναμένονται έως το τέλος της επόμενης εβδομάδας.
Η κυβέρνηση, την ώρα που η αγοραστική δύναμη των μισθωτών έχει κυριολεκτικά καταρρεύσει (αύξηση του πληθωρισμού τον Φεβρουάριο, ανατιμήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης σε διπλάσιο ποσοστό, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ), επικαλείται τις πολλαπλές παρενέργειες που ήδη προκαλούνται στην οικονομία από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, χωρίς να λαμβάνει βέβαια ούτε τα στοιχειώδη μέτρα προστασίας τού διαρκώς συρρικνούμενου εισοδήματος των μισθωτών.
Είναι κοροϊδία κανονική το περίφημο πλαφόν στο κέρδος και όχι στις τιμές για τα είδη πρώτης ανάγκης που τα τελευταία τρία χρόνια έχουν ανατιμήσεις κοντά στο 40% κατά μέσο όρο, αφήνοντας εκτός τις τιμές στο κρέας, που σε κάποιες περιπτώσεις οι αυξήσεις έφτασαν το 120%. Όπως επίσης δεν θα υπάρξει καμία προστασία στις τιμές των καυσίμων όταν το βασικό μέτρο περιορίζεται στα πρατήρια βενζίνης.
Επίδομα αντί αύξησης
Μέσα σε αυτό το κλίμα η κυβέρνηση λέει ότι η αύξηση στον κατώτατο μισθό θα πρέπει να ισορροπήσει μεταξύ της ικανοποιητικής αύξησης, αλλά και των αντοχών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικών πιέσεων της οικονομίας. Το οποίο σημαίνει ότι η αύξηση θα κυμαίνεται κοντά στα 25 με 30 ευρώ ανεβάζοντας τον νέο κατώτατο στα 920 ευρώ μεικτά, από 880 που είναι σήμερα.
Σε αυτή την περίπτωση η καθαρή αύξηση περιορίζεται στα 20 ή στα 25 ευρώ στην καλύτερη περίπτωση, με αποτέλεσμα η ετήσια ενίσχυση στα εισοδήματα των πλέον χαμηλόμισθων να αντιστοιχεί σε επιδοματική παρέμβαση που καταβάλλεται, π.χ., στους χαμηλοσυνταξιούχους λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Και αυτό σε συνθήκες ακραίας ακρίβειας που όλοι συνομολογούν ότι θα καταγραφεί το 2026. Μια αναιμική αύξηση των 20-25 ευρώ τον μήνα θα οδηγήσει σε νέα μείωση του πραγματικού εισοδήματος με δεδομένες τις νέες ανατιμήσεις στο σούπερ μάρκετ και στα καύσιμα που θα συμπαρασύρουν σε γενικευμένες αυξήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Στα τάρταρα η αγοραστική δύναμη
Και όλα αυτά ενώ η Ελλάδα έχει μία από τις χαμηλότερες αγοραστικές δυνάμεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και βρίσκεται στο 70% του μέσου όρου της Ε.Ε., όταν πριν από την κρίση του 2010 βρισκόταν στο 80%-85%. Σε επίπεδα αγοραστικής δύναμης η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση, καθώς το χάσμα στους μισθούς μειώνεται όταν μετριέται σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης. Μία μονάδα PPS μπορεί θεωρητικά να αγοράσει την ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών σε κάθε χώρα.
Οι προσαρμοσμένοι μισθοί πλήρους απασχόλησης κυμαίνονται από 21.644 στην Ελλάδα έως 55.051 στο Λουξεμβούργο. Η αναλογία μεταξύ του υψηλότερου και του χαμηλότερου μειώνεται στο 2,5. Εκτός από το Λουξεμβούργο, οι χώρες με την υψηλότερη κατάταξη είναι το Βέλγιο, η Δανία, η Γερμανία και η Αυστρία, με συνολικά έσοδα άνω των 48.500 ΜΑΔ.
Οι πέντε χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό είναι η Ελλάδα, η Σλοβακία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Εσθονία, όλες κάτω από 28.000 ΜΑΔ.
Μείωση του μέσου μισθού
Το 2025 έκλεισε με μέσο μεικτό μισθό στα 1.363 ευρώ, όπως έδειξαν τα επίσημα στοιχεία της Εργάνης, όταν το 2024 ο αντίστοιχος μέσος μισθός ήταν 1.342 ευρώ. Συνεπώς, σημειώθηκε αύξηση στα μεικτά μόλις κατά 1,56%. Το 2025 ο πληθωρισμός έκλεισε στο 2,5%, κάτι που σημαίνει ότι καταγράφηκε μείωση του πραγματικού μέσου μισθού περίπου κατά 1%. Με βάση τα στοιχεία, προκύπτει ότι υπάρχει ένα 36,5% των εργαζομένων που εξακολουθούν να λαμβάνουν έως και 1.000 ευρώ μεικτά, δηλαδή 850 ευρώ καθαρά. Την ίδια στιγμή, ο μέσος μηνιαίος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ε.Ε. διαμορφώνεται περίπου στα 3.155 ευρώ. Δηλαδή, ο μέσος Ευρωπαίος κερδίζει υπερδιπλάσια από τον μέσο εργαζόμενο στη χώρα μας.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση στη λίστα με τους μέσους ετήσιους μισθούς στην Ε.Ε. Οι Έλληνες μαζί με τους Βούλγαρους έχουν τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη, οι οποίοι ανέρχονται στα 17.954 και 15.387 ευρώ αντίστοιχα βάσει των στοιχείων της Eurostat για το 2024.
ΠΗΓΗ: avgi.gr
