Στο τέλος είσαι ότι είσαι

Ημερομηνία:

Διαφήμιση

* Γράφει ο Δημήτρης Χαλιακόπουλος – Ο Γκαίτε βάζει στο στόμα του «Φάουστ», σε μια συνομιλία του με τον Μεφιστοφελή, τα εξής λόγια: «Στο τέλος είσαι ότι είσαι». Πιστεύω ότι η συγκεκριμένη φράση του Γερμανού συγγραφέα, θα μπορούσε να δοθεί άνετα ως απάντηση στον σημερινό πρωθυπουργό της χώρας, ο οποίος επιχειρεί με σκέρτσα και τερτίπια να διασώσει εις μάτην την πολιτική του σταδιοδρομία. Αν η περίπτωσή του αναλυθεί μέσω της ψυχολογίας του βάθους, είναι εύκολο ακόμα και για έναν πρωτοετή φοιτητή της ψυχολογίας, να αντιληφθεί την υπερπροσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να μεταλλάξει την αδυναμία του σε δύναμη. Η ανεπάρκειά του, ενδεχομένως να οφείλεται στο έλλειμμα αυτοπεποίθησης που τον διακρίνει, το οποίο όμως φροντίζει να καλύπτει με την επηρμένη στάση που επιδεικνύει προς τους εγχώριους αντιπάλους του, καθώς στους επιτηρητές του εξωτερικού ποιεί την νήσσαν. Συμβαίνει αυτό σε άτομα τα οποία στη ζωή τους ουδεμία σχέση διατηρούν με τις λέξεις: εργασία, ενσυναίσθηση, αξιοκρατία. Διότι τα ακανθώδη προβλήματα που συναντά ένας νέος στην αρχή της σταδιοδρομίας του, κάποιοι τα έχουν λυμένα λόγω ονόματος ή οικονομικής εξασφάλισης.

Επιπλέον αρκεί ένας διορισμός στην υψηλόβαθμη θέση μιας τράπεζας, έτσι ώστε ο εκάστοτε μοσχαναθρεμμένος παις να κομπάζει στη συνέχεια για την αυτοδημιούργητη πορεία του. Κι αν τύχει να είναι και πολιτικός κρατούμενος στην ηλικία των έξι μηνών από τη χούντα, το βιογραφικό του θεωρείται βαρύ και το πολιτικό του μέλλον ευοίωνο. Άλλωστε το καπιταλιστικό μοντέλο διαθέτει αναρίθμητες μεθόδους, πώς δηλαδή μπορεί, μια ασημαντότητα να αναβαθμισθεί σε σημείο να εμφανίζεται ως σημαντική στον απλό πολίτη.

Αν περιβληθεί και με την ψευδή δημοσκοπική αύρα του καλύτερου πρωθυπουργού, τότε υπερεκτιμά την υπόστασή του και ευελπιστεί με την πειθώ του και μια δωροεπιταγή 150 ευρώ να καταστήσει υπάκουο έναν λαό. Το πιστεύει ο ίδιος, το «χωνεύουν» οι δημοσιογράφοι φίλοι του, αλλά ευτυχώς ούτε κατά διάνοια δεν το πιστεύει η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού. Γιατί πολύ απλά η πείνα είναι ένα άσχημο αίσθημα. Ίσως ακόμα, γιατί κουράστηκαν οι άνθρωποι να υποκρίνονται πως χαμογελούν ενώ οι τσέπες τους είναι γεμάτες ψυχοφάρμακα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες πορευόμαστε, πιθανόν, προς μια φθινοπωρινή εκλογική αναμέτρηση όπου αυτή τη φορά δεν θα παίζει το επιτραπέζιο «Μακεδονομάχος», γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης φοβάται μήπως το επαναστατημένο πλήθος των πάλαι ποτέ οπαδών του, πνιγεί στην – δικαιωμένη πλέον – Λίμνη των Πρεσπών. Επέλεξε λοιπόν ως παιχνίδι τον εμφύλιο εμβολιασμένων, ανεμβολίαστων.

Παρεμπιπτόντως, αυτή τη φορά καθώς φαίνεται, ούτε ειδικευόμενος γιατρός δεν πρόκειται να αποδεχθεί έπαινο εκ μέρους της κυβέρνησης για την αυταπάρνηση των ιατρών των δημοσίων νοσοκομείων, λόγω του ότι ο εις βάρος τους εμπαιγμός διέλυσε κάθε τάση ευπιστίας.

Κι εκεί που η κυβερνητική αναλγησία χτυπούσε κόκκινο, [βλέπε διάλυση εργασιακών συνθηκών, οκταώρου και άλλων πολλών] ήρθε και το κόκκινο των πυρκαγιών να προσδώσει στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, τον τίτλο της πλέον ανίκανης και ανεπαρκούς κυβέρνησης από την μεταπολίτευση κι εντεύθεν. Η Ελλάδα πνιγμένη στις στάχτες και τα αποκαΐδια μοιάζει με χώρα που τη σκέπασε η λάβα της αδιαφορίας και της ολικής αναισθησίας εκείνων που την κατέστησαν έννοια συνώνυμη της δυστυχίας. Η συγνώμη του κυρίου Μητσοτάκη επ’ ουδενί μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Το δίκαιο αποδέχεται τη συγνώμη μόνο όταν η όποια ζημία αποκαθίσταται. Επί παραδείγματι αν πατήσεις κατά λάθος κάποιον μέσα στο τρόλεϊ και ζητήσεις συγνώμη η ευγένεια επιβάλει την αποδοχή της. Αν όμως ακρωτηριάσεις κάποιον, τότε, η συγνώμη δεν καθίσταται αποδεκτή και απαιτείται αποζημίωση και τιμωρία του δράστη. Η βιβλική και οικολογική καταστροφή που βιώνουμε πως θα αποκατασταθεί; Την απάντηση τη δίνει καθημερινά ο ελληνικός λαός απ’ άκρη σ άκρη: «Ξεκουμπιστείτε» είναι το πλέον ήπιο ρήμα που διατυπώνει, διότι το άλλο που σχετίζεται με συνουσιακή προτροπή δεν το επιτρέπει το μελάνι του άρθρου. Η ανάγκη του εξαντλημένου λαού, να απαλλαγεί από την κυβέρνηση της παραμυθίας, αγγίζει το ζενίθ. Και όσα καθρεφτάκια κι αν βγάλουν από τις τσέπες τους οι φανφαρόνοι του Μαξίμου στο εξής, ουδείς πρόκειται να εντυπωσιαστεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ, είναι να κοιταχτούν οι ίδιοι στα καθρεφτάκια που μας πωλούν, μη τυχόν στο είδωλό τους διασταυρωθούν με την απολεσθείσα συνείδησή τους, ως αντιπροσωπευτικές ορντινάντσες του πλούτου.

Φοβάμαι όμως ότι αυτή η εκδοχή φαντάζει αδύνατη. Και αυτό μου το επιβεβαιώνει, εκτός όλων των άλλων, και η πρωθυπουργική ταπείνωση έναντι του εφοπλιστή κυρίου Λασκαρίδη την οποία πολύ γρήγορα προσπεράσαμε. Όταν κάποιος δηλώνει απερίφραστα ότι αφοδεύει πάνω σου κι εσύ σιωπάς, τότε η μόνη σου διέξοδος είναι να μιμηθείς τον αφέντη σου, πατώντας τις αδύναμες τάξεις που έμαθες από μικρός να απαξιώνεις.

Ότι και να κάνεις όμως, κατά τον Γκαίτε, στο τέλος θα είσαι αυτός που είσαι…

* Ο Δημήτρης Χαλιακόπουλος είναι συγγραφέας – δημοσιογράφος

Πηγή: ”Εφημερίδα των Συντακτών” – efsyn.gr

Διαφήμιση

Κοινοποιήστε:

Διαφήμιση

Δημοφιλή

Διαφήμιση

Περισσότερα Νέα

Ο Μητσοτάκης, οι «ικεσίες» στους τραπεζίτες και οι αποκλίσεις με Σταϊκούρα

Η ήδη «βαριά» για το Μέγαρο Μαξίμου θεματολογία της...

Η ΛΑΡΚΟ και ο άφαντος διαγωνισμός

Αλυτο παραμένει το μυστήριο του ενός εκ των δύο...

Πολύκροτες υποθέσεις και δολοφονίες στα… αζήτητα

«Η ταινία που ακολουθεί αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα,...
Διαφήμιση